Με αφορμή τα γεγονότα της Αιγύπτου. Ποδόσφαιρο και βία.

Δυστυχώς πρέπει να δεχτούμε το προφανές: Οι κοινωνίες των χωρών του Μαγκρέμπ, αλλά και πολλές άλλες αραβικές κοινωνίες, είναι ιδιαιτέρως βίαιες. Η βιαιότητα αυτή δεν είναι βεβαίως φυλετικό ιδίωμα, αλλα έχει τις ρίζες της στις συνθήκες της οικονομικής και συνακόλουθα κοινωνικής υπανάπτυξης που βιώνουν οι αραβικοί πληθυσμοί εδώ και δεκαετίες.




Μπορεί οι αριθμοί να είναι σοκαριστικοί, 74 νεκροί και άπειροι τραυματίες μετά από συμπλοκή στο τέλος του αγώνα ανάμεσα στην Αλ Μασρί και την Αλ Αχλί, στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου, αλλά δεν είναι καθόλου παράξενο που η περιρρέουσα βία της κοινωνίας ξεσπάει στο ποδόσφαιρο. Γιατί το ποδόσφαιρο διατηρεί τρία χαρακτηριστικά που το καθιστούν μια από τις ελάχιστες ανθρώπινες εκδηλώσεις τόσο πρόσφορες για την έκρηξη των παθών. Το ποδόσφαιρο είναι συναγωνιστικό, όπως όλα τα σπορ, μαζικό, όπως πολλές άλλες σύγχρονες δραστηριοτητες και με έντονες κοινωνικές αναφορές. Κι η ορειβασία είναι συναγωνιστική, αλλά δεν είναι μαζική και δεν περιβάλλει κοινωνικές αντιπαλότητες. Μια συναυλία μπορεί να είναι μαζική και με έντονες κοινωνικές αναφορές, αλλά δεν είναι ανταγωνιστική, μια διαδήλωση είναι κατά κανόνα ανταγωνιστική και εξ ορισμού κοινωνικά συνδεδεμένη, όταν γίνει και μαζική, πολύ μαζική, λέγεται πια επανάσταση. Κι η επανάσταση είναι το πεδίο που ξεσπά πάντα η βία (αν δεν έχει προλάβει να εκτονωθεί στη μπάλα...)

Obdulio Varela, μπάλα και ταξική συνείδηση.

Η Ουρουγουάη είναι ένας από τους λόγους που κάνουν το ποδόσφαιρο δημοφιλές. Δημοφιλές γιατί είναι ένα από τα ελάχιστα πεδία δραστηριοποίησης του ανθρώπου όπου όλοι έχουν ελπίδες διάκρισης. Μια χώρα με πληθυσμό μόλις λίγο πιο πάνω από τα τρία εκατομμύρια ανθρώπους, έχει καταφέρει να κατακτήσει άπειρες φορές τον τίτλο της πρωταθλήτριας Λατινικής Αμερικής και σαν να μην έφτανε αυτό, άλλες δύο φορές στην ιστορία έγινε και παγκόσμια πρωταθλήτρια. Η πρώτη φορά ήταν στα 1930, στο πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργανώθηκε ποτέ, στην έδρα της. Η δεύτερη, είκοσι χρόνια αργότερα, στα 1950, στην Βραζιλία, νικώντας μάλιστα με 2-1 στον τελευταίο αγώνα της διοργάνωσης την οικοδέσποινα μέσα στο νεόδμητο τότε και κατάμεστο από διακόσιες χιλιάδες βραζιλιάνους, στάδιο Μαρακανά, έναν χώρο που για το ποδόσφαιρο έχει τόση ιερότητα, όση οι Δελφοί για το Ολύμπιο Δωδεκάθεο και η Ιερουσαλήμ για τις θρησκείες της Βίβλου. Μεγάλος προφήτης εκείνης της εθνικής ομάδας της Ουρουγουάης υπήρξε χωρίς αμφισβήτηση ο Ομντούλιο Βαρέλα.




Ο Ομπντούλιο ήταν κεντρικό χαφ, ύψος 1.78 και 80 κιλά βάρος, ώμοι μάλλον στενοί, φαρδύ μέτωπο και το κεφάλι πάντα ψηλά. Έπαιζε πάνω στον άξονα του γηπέδου, αρκετά μπροστά από τα σέντερ μπακ και έκανε σχεδόν τα πάντα μέσα στο γήπεδο. Μάρκαρε, έκοβε, ανέβαζε την ομάδα, μοίραζε το παιχνίδι, σκόραρε αν χρειαζόταν, αλλά κυρίως και πάνω απ’ όλα ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης. Τον φώναζαν «el negro jefe » που θα πει «ο νέγρος αρχηγός» καθώς είχε σκουρόχρωμα μιγαδικά χαρακτηριστικά δείγμα κάποιας απώτερης αφρικανικής καταγωγής, όπως πολλοί λατινοαμερικάνοι. Η ηγετικές του ικανότητες έλαμψαν στο κρισιμότερο τελευταίο παιχνίδι εκείνου του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Δεν ήταν τυπικά τελικός, αλλά είχε αξία τελικού καθώς συγκρούονταν η Βραζιλία με την Ουρουγουάη, δηλαδή οι δύο ομάδες που προπορεύονταν στην βαθμολογία. Στην πρώτη αρκούσε μια ισοπαλία για να κατακτήσει το Κύπελλο, η Ουρουγουάη αντίθετα χρειαζόταν οπωσδήποτε τη νίκη. Ο αγώνας έγινε στις 16 Ιουλίου του 1950 και τον παρακολούθησε το μεγαλύτερο πλήθος που ήταν ποτέ παρόν στις κερκίδες ενός γηπέδου. Είχαν εκδοθεί 174 χιλιάδες εισιτήρια που φυσικά εξαντλήθηκαν όλα, αλλά ο ακριβής αριθμός των θεατών υπολογίστηκε σε κάτι παραπάνω από 203 χιλιάδες ανθρώπους. Όλοι τους σχεδόν οπαδοί της Βραζιλίας.

Στον διάδρομο που οδηγούσε από τ΄ αποδυτήρια στον αγωνιστικό χώρο ο Βαρέλα εμψύχωνε τους συμπαίκτες του γι αυτό που πρόκειται να αντικρύσουν μόλις βγουν εκεί έξω: «Μην κοιτάξετε στις κερκίδες, μη σηκώσετε τα μάτια σας ψηλά, το παιχνίδι παίζεται κάτω. Όσοι και να είναι από πάνω σας, να σκέφτεστε ότι είναι μόνο ξύλινα ομοιώματα κι όχι πραγματικό πλήθος. Μέσα στο γήπεδο θα είμαστε έντεκα εμείς κι έντεκα αυτοί. Και μην νομίζετε ότι θα μας συμβεί κάτι κακό όταν νικήσουμε. Τίποτα δεν θα συμβεί. Για να κερδίσουμε όμως πρέπει να βάλουμε τ’ «αυγά» μας στις άκρες των παπουτσιών μας. Πάμε να κερδίσουμε λοιπόν!» Έτσι κι έγινε με ένα γκολ του Σκιαφίνο και άλλο ένα του Γκίχια, παρόλο που οι Βραζιλιάνοι είχαν προηγηθεί με 1-0.



Ο ίδιος ο Ζιλ Ριμέ, εμπνευστής της διοργάνωσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου, περιγράφει ως εντυπωσιακότερη ανάμνηση από εκείνο το μουντιάλ τη ζοφερή σιωπή που ακολούθησε το σφύριγμα της λήξης του αγώνα. Πρέπει να ήταν αυτό το μεγαλύτερο πλήθος που έμεινε ποτέ σιωπηλό.
Το ίδιο βράδυ ο Ομντούλιο ήπιε σ’ ένα μπαρ του Ρίο δυο ποτά, παρέα με βραζιλιάνους που δεν τον αναγνώρισαν.



Κι όμως ο Ομντούλιο Βαρέλα λίγο έλειψε να μην αγωνιστεί σ΄ εκείνους τους αγώνες. Κι αυτό γιατί μόλις έναν χρόνο νωρίτερα. Την ποδοσφαιρική σεζόν 1948-1949 είχε πρωταγωνιστήσει στις απεργιακές κινητοποιήσεις των ποδοσφαιριστών στην πατρίδα του. Ήταν αυτή η πρώτη απεργία ποδοσφαιριστών στον κόσμο με σαφή εργασιακά αιτήματα. Οι παίκτες ζητούσαν την δημιουργία ενός ελαχίστου πλαισίου εργατικών δικαιωμάτων για το επάγγελμα του ποδοσφαιριστή. Αναγνώριση του συνδικάτου τους, κατοχυρωμένο βασικό μεροκάματο και ασφάλιση. Η ομοσπονδία και οι σύλλογοι αποφάσισαν να απαγορεύσουν το ποδόσφαιρο στους ποδοσφαιριστές που απεργούσαν και ειδικώς στον Βαρέλα που φαινόταν να είναι κι εκεί αρχηγός, ως οργανωτής και εμψυχωτής των κινητοποιήσεων. Η ομάδα του προσπαθούσε να τον πουλήσει στο εξωτερικό παίρνοντας το ρίσκο να χάσει την ηγετική παρουσία του μέσα στο γήπεδο, προκειμένου να απαλλαγεί από την ενοχλητική στάση του έξω απ‘ αυτό.

Τελικώς η κατάσταση ομαλοποιήθηκε αρκετούς μήνες μετά με την αποδοχή των κύριων αιτημάτων των παικτών.

Ο Ομντούλιο βεβαίως δεν έπαψε να είναι δύστροπος για τα γούστα του ποδοσφαίρου της αγοράς. Όταν η ομάδα του, η ιστορική Πενιαρόλ, ένας από τους σπουδαιότερους ποδοσφαιρικούς συλλόγους του πλανήτη, θέλησε - πρώτη αυτή από κάθε άλλη ομάδα στον κόσμο και σε εποχές που η διαφημιστική χορηγία ήταν άγνωστη στο ποδόσφαιρο- να προσθέσει πληρωμένη διαφήμιση στη φανέλα της, ο ίδιος αρνήθηκε. «Κάποτε εμάς του μαύρους, είπε, μας έδεναν με μια αλυσίδα και μας περιέφεραν από δω και από ‘κει σαν θεάματα, οι εποχές αυτές όμως έχουν περάσει...». Έτσι έμεινε ο μόνος από την ενδεκάδα της Πενιαρόλ που έμπαινε στο γήπεδο χωρίς διαφήμιση στη φανέλα του. Σήμερα πάντως είναι πιο εύκολο να διακρίνεις τη διαφήμιση, παρά το χρώμα της φανέλας μιας ομάδας



Με τον θρίαμβο του Μαρακανά ο Βαρέλα αναδείχτηκε στο μεγαλύτερο σύμβολο αυτής της ομάδας και του ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης. Δοξάστηκε όσο λίγοι άνθρωποι στη χώρα του και σίγουρα πολύ περισσότερο από όσο θα περίμενε όταν σε ηλικία οκτώ ετών πουλούσε εφημερίδες στους δρόμους του Μοντεβιδέο για να επιβιώσει. Η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας μάλιστα είχε την πρωτότυπη ιδέα να τίμηση αυτόν και τους συμπαίκτες του για την κατάκτηση του τίτλου, με την απονομή χάλκινων μεταλλίων, αντιγράφων των χρυσών μεταλλίων με τα οποία είχε τιμήσει τον εαυτό της, δηλαδή τους ίδιους τους παράγοντές της... Πέρα από αυτό του δόθηκε και ένα μικρό χρηματικό ποσό. Ικανό να αγοράσει μια Φορντ 19 ετών, μοντέλο 1931, που του την έκλεψαν ακριβώς μία βδομάδα μετά...



Ο Ομπντούλιο έπαιξε ποδόσφαιρο μέχρι τα μισά της δεκαετίας του ’50, συμμετείχε, όντας πια 37 ετών, σε ένα ακόμα μουντιάλ, εκείνο της Ελβετίας στα 1954 και έφτασε με την Ουρουγουάη μέχρι τα ημιτελικά, όπου δεν αγωνίστηκε λόγω τραυματισμού. Ένα χρόνο μετά «κρέμασε τα παπούτσια του», συνέχισε να δουλεύει όπως πάντα σαν οικοδόμος, αφοσιώθηκε στην οικογένειά του και πέθανε φτωχός όπως είχε ζήσει στις 2 Αυγούστου του 1996 σχεδόν δύο μήνες πριν κλείσει τα 79 του χρόνια.

"...αποτελούνται από ακραιφνείς και επικινδύνους κομμουνιστάς..."

Ο εργατικός αθλητισμός, δηλαδή η δημιουργία αθλητικών σωματείων από ακτιβιστές της αριστεράς, με σκοπό την άθληση της νεολαίας των προλεταριακών στρωμάτων, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στα προπολεμικά χρόνια. Η άποψη πως ο αθλητισμός είναι δικαίωμα που συμβάλει στην βελτίωση της ποιότητας ζωής των εργατών είναι κυρίαρχη στον χώρο της αριστεράς. Έτσι δημιουργούνται αρκετοί «λαϊκοί» ή «εργατικοί», όπως ονομάζονταν, αθλητικοί σύλλογοι.


Ένας σύλλογος που συγκεντρώνει κάποιον αριθμό ατόμων τα οποία επιδιώκουν έναν κοινό σκοπό είναι -σχεδόν εξ ορισμού- αντικείμενο ενδιαφέροντος για τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους. Πολύ περισσότερο φυσικά ένας σύλλογος που αυτοπροσδιορίζεται ως «εργατικός» και μάλιστα στην εποχή του βενιζελικού «ιδιωνύμου», δηλαδή του νόμου «Περί μέτρων προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», που είχε ψηφιστεί από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στα 1929 και στόχευε στην ποινικοποίηση των αριστερών οργανώσεων και στην καταστολή των συνδικαλιστικών ελευθεριών.



Σ’ αυτές τις συνθήκες λοιπόν έχει ενδιαφέρον μια επιστολή που φτάνει στο πολιτικό γραφείο του πρωθυπουργού στις 3 Φεβρουαρίου του 1931 και διατηρείται σήμερα στο ψηφιοποιημένο αρχείο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» των Χανίων. Η επιστολή έχει αποστολέα την Διεύθυνση Χωροφυλακής και Δημοσίας Ασφαλείας του Υπουργείου Εσωτερικών και τίτλο «Περί των καταγγελλομένων της Αθλητικής Εργατικής Οργανώσεως περιφερείας Λαρίσσης κατ’ οργάνων της επιτοπίας Χωροφυλακής». Με αυτή η Διεύθυνση Χωροφυλακής απαντά στις καταγγελίες της Αθλητικής Εργατικής Οργάνωσης της Λάρισας που έχουν γίνει νωρίτερα (τον Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους) και που αφορούν σε παρεμβάσεις της τοπικής χωροφυλακής στο έργο του σωματείου. Από την ανάγνωση της επιστολής φαίνεται πως το πολιτικό γραφείο του Βενιζέλου είχε διαβιβάσει την καταγγελία του συλλόγου στη Διεύθυνση Χωροφυλακής και -περίπου δύο μήνες μετά- λαμβάνει απάντηση επί των αιτιάσεων του σωματείου και αφού χαρακτηρίζει "ακραιφνείς και επικινδύνους κομμουνιστάς" τα μέλη του, αποκαλύπτει στο τέλος την επικείμενη διάλυση του συλλόγου που έχει ζητήσει η Χωροφυλακή από τις δικαστικές αρχές. Νά στις πιο κάτω φωτογραφίες το πλήρες κείμενο, ιδιαιτέρως ενδεικτικό των συνθηκών κάτω από τις οποίες προσπαθούσε να επιβιώσει ο εργατικός αθλητισμός στις αρχές της τέταρτης δεκαετίας του 20ου αι.





Ανατολικά του ποταμού Ουρουγουάη. (2ο μέρος)


Η Σελέστε που κατέκτησε το δεύτερο Κόπα Αμέρικα της ιστορίας της,
στα 1917, στο Μοντεβιδέο. Θα ακολουθήσουν άλλα 13 μέχρι σήμερα.

Η πρώτη και η δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα βρίσκουν την εθνική ομάδα της Ουρουγουάης να συναγωνίζεται σε μόνιμη σχεδόν βάση εκείνη της Αργεντινής καθώς μιλάμε ήδη για τις δυο πιο προηγμένες ποδοσφαιρικά χώρες της Λατινικής Αμερικής. Στην αρχή ήταν το Κύπελλο Λίπτον και το Κύπελλο Νιούτον. Δυο διοργανώσεις που συνέβαιναν σε σχεδόν ετήσια βάση. Η πρώτη, το Κύπελλο Λίπτον, υπήρξε έμπνευση του φανατικού ποδοσφαιρόφιλου σερ Thomas Lipton, γνωστού φυσικά μεγιστάνα του τσαγιού. Επρόκειτο για έναν μόνο ποδοσφαιρικό αγώνα, ανάμεσα στις δύο αυτές εθνικές που διεξαγόταν εναλλάξ, μία χρονιά στο Μπουένος Άιρες και μία χρονιά στο Μοντεβιδέο. Μπορούσαν να συμμετάσχουν μόνο ποδοσφαιριστές γεννημένοι στις δύο χώρες. Ο νικητής της συνάντησης κατακτούσε το Κύπελλο και σε περίπτωση ισοπαλίας μετά από 90’ αγώνα, νικητής και τροπαιούχος θεωρείτο η φιλοξενούμενη ομάδα. Τα έσοδα τις διοργάνωσης πήγαιναν όλα σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Αν και από τις αρχές της δεκαετία του ‘20 το μεγάλο αρχικά ενδιαφέρον για το Κύπελλο Λίπτον ατόνησε και άρχισε να διοργανώνεται όλο και πιο αραιά, σαν θεσμός υπάρχει ακόμα και αποτελεί μια από τις αρχαιότερες εν ζωή (ή περίπου εν ζωή καθώς το τελευταίο μέχρι σήμερα Κύπελλο Λίπτον έλαβε χώρα στα 1992) ποδοσφαιρικές διοργανώσεις. Πάντως Κύπελλα Λίπτον διοργανώνονταν σποραδικά στη διάρκεια των πρώτων τριάντα ετών του προηγούμενου αιώνα και σε άλλες περιοχές του κόσμου, στην Νότια και Βόρεια Ιταλία, στην Γαλλία, στην Βρετανία, στην Ινδία και αλλού.


Περίπου ίδια είναι και η ιστορία του Κυπέλλου Νιούτον - από το όνομα ενός σημαντικού διοικητικού παράγοντα της AFA, δηλαδή της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου της Αργεντινής . Διεξαγόταν κι αυτό μια φορά το χρόνο, επίσης εναλλάξ στο Μοντεβιδέο και στο Μπουένος Άιρες ανάμεσα στις ίδιες εθνικές ομάδες που απαρτίζονταν αποκλειστικά από γηγενείς ποδοσφαιριστές, το έσοδα πήγαιναν σε συγκεκριμένους φιλανθρωπικούς σκοπούς με στόχο την ενίσχυση των φτωχών παιδιών στις δύο χώρες και σε περίπτωση ισοπαλίας νικητής ήταν η φιλοξενούμενη ομάδα. Κι αυτό το κύπελλο ατόνησε μετά τη δεκαετία του ‘20 και διοργανωνόταν όλο και πιο σπάνια, αλλά κι αυτό υπάρχει θεωρητικώς ακόμα κι ας έχει να λάβει χώρα από το 1976.



Ύστερα ξεκίνησε το Κόπα Αμέρικα, αυτή που πραγματικά πια είναι η δεύτερη αρχαιότερη εν ζωή ποδοσφαιρική διοργάνωση ανάμεσα σε εθνικές ομάδες, μετά βεβαίως από τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ο θεσμός εγκαινιάστηκε στα 1916 στην Αργεντινή, την ίδια χρονιά που με πρωτεργάτη έναν ουρουγουανό, τον Hector Rivadavia Gomez, ιδρύθηκε η CONMEBOL, ή Συνομοσπονδία Ποδοσφαίρου της Νότιας Αμερικής. Δεν λεγόταν πάντα Κόπα Αμέρικα. Για πολλές δεκαετίες ήταν το Campeonato Sudamericano de Selecciones, που θα πει Νοτιοαμερικανικό Πρωτάθλημα Εθνικών Ομάδων. Από το 1916 μέχρι το 1922 έγιναν συνολικά έξι διοργανώσεις. Δύο φορές στην Αργεντινή, άλλε δύο στην Βραζιλία κι από μία σε Χιλή και Ουρουγουάη. Η Ουρουγουάη κατέκτησε τις τρεις από αυτές, η Βραζιλία δύο και η Αργεντινή μία. Η Αργεντινή και η Βραζιλία σήκωσαν τα τρόπαια στις διοργανώσεις που έγιναν στη χώρα τους, αντίθετα η Ουρουγουάη αναδείχτηκε μία φορά πρωταθλήτρια Νοτίου Αμερικής στην Χιλή, μία στην Αργεντινή και μία -φυσικά- μέσα στην έδρα της.



Είχε αρχίσει ήδη να γεννιέται ο μύθος της Σελέστε (όπως ονόμαζαν την εθνική τους οι ουρουγουανοί, εξ αιτίας των γαλάζιων χρωμάτων που φορούσε). Όμως από την επόμενη χρονιά, από το Κόπα Αμέρικα του 1923, με την ευτυχή συγκυρία της συνύπαρξης μιας σειράς εξαιρετικά ταλαντούχων ουρουγουανών ποδοσφαιριστών σε συνδυασμό με μια εντελώς καινοτόμο προσέγγιση στο παιχνίδι, θα ξεκινήσει η δεκαετία που ανέδειξε του ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης στο πρώτο πραγματικά ασυναγώνιστο δημιούργημα στην ιστορία του ποδοσφαίρου.





Συνεχίζεται...



Ανατολικά του ποταμού Ουρουγουάη. (1ο μέρος)


Το πλήρες όνομα της Ουρουγουάης είναι "Δημοκρατία Ανατολικά του Ουρουγουάη" (República Oriental del Uruguay) όπου Ουρουγουάης ο γνωστός ποταμός της Νότιας Αμερικής που στην γλώσσα των ιθαγενών γκουαρανί σημαίνει "το ποτάμι των πολύχρωμων πουλιών".


Σήμερα η Ουρουγουάη αποτελεί μια από τις μικρότερες κρατικές οντότητες της Λατινικής Αμερικής, με έκταση κάτι παραπάνω από 176 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα και πληθυσμό κάτι λιγότερο από τρία και μισό εκατομμύρια, δηλαδή περίπου όσο η Αθήνα.

Η περιοχή της Ουρουγουάης ανακαλύφθηκε από τους ευρωπαίους στις αρχές του 16ου αι. Οι ισπανοί λένε πως πρώτος έφτασε εκεί ο Juan Diaz de Solis για λογαριασμό του ισπανικού στέματος στα 1516, ενώ οι πορτογάλοι ισχυρίζονται πως τον είχαν προλάβει δύο χρόνια νωρίτερα κάποιοι ομοεθνείς τους, εξ ονόματος του πορτογαλικού θρόνου. Όπως και να έχει για αρκετές δεκαετίες μετά την πρώτη μόνιμη εγκατάσταση αποίκων, στο Soriano, στις όχθες του ποταμού Rio Negro, στα 1624, ισπανοί και πορτογάλοι αντιμάχονταν μεταξύ τους για να επιβάλουν την κυριαρχία τους. Λίγο αργότερα στην προσπάθεια κατάκτησης της Ουρουγουάης μπήκαν και οι βρετανοί. Στο τέλος πάντως επικράτησαν οι ισπανοί που επιβλήθηκαν με μεγάλη δυσκολία και στους όχι περισσότερους από δέκα χιλιάδες τσαρρούας τους ιθαγενείς της περιοχής που είχαν βρεθεί εδώ πιεσμένοι από τους γκουαρανί της Παραγουάης, αλλά αντιστάθηκαν σθεναρά στους αποίκους. Η ηρωική αντίσταση των τσαρρούας και η έλλειψη χρυσού έκανε την Ουρουγουάη μια περιοχή μειωμένου αποικιστικού ενδιαφέροντος. Έτσι η σημερινή πρωτεύουσα και μόνη μεγαλούπολη της Ουρουγουάης, το Μοντεβιδέο, ιδρύθηκε περισσότερο από έναν αιώνα μετά από την ανακάλυψη της χώρας, στα 1726.

Οι ισπανοί έφεραν στην περιοχή την εκτροφή των βοοειδών που αποτέλεσαν μια σημαντική πηγή πλούτου και οικονομικής ανάπτυξης. Σπουδαίος επίσης παράγοντας οικονομικής άνθισης υπήρξε και το λιμάνι του Μοντεβιδέο που έπαιξε κομβικό ρόλο στην εμπορευματική διακίνηση από και προς τη Νότια Αμερική.



Στις τρεις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα η Ουρουγουάη κέρδισε την ανεξαρτησία της μέσα από μια αντιαποικιοκρατική εξέγερση εναντίον των ισπανών με ηγέτη τον Jose Gervasio Artigas και μια σειρά πολεμικές και πολιτικές συγκρούσεις με την Βραζιλία που είχε κατά καιρούς προσαρτήσει μεγάλο μέρος των εδαφών της σημερινής Ουρουγουάης, αλλά και την Αργεντινή με την οποία ήταν ενωμένες για κάποια χρόνια οι ουρουγουανικές επαρχίες. Στη συνέχεια ένας εμφύλιος πόλεμος που διήρκεσε για δώδεκα ολόκληρα χρόνια, από το 1840 μέχρι το 1852, έφερε αντιμέτωπες τις δύο μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές παρατάξεις της χώρας. Τους Blancos που ήταν τρόπον τινά οι εκπρόσωποι της συντηρητικής παράδοσης των μεγάλων γαιοκτημόνων και τους Colorados που αντιπροσώπευαν τα φιλελεύθερα αστικά στρώματα του Μοντεβιδέο. Με την οριστική ήττα των δυνάμεων του δικτάτορα Rosas στα 1852 επικράτησαν οριστικά οι φιλελεύθεροι αστοί και έληξε ο εμφύλιος, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του οποίου είχε συμμετάσχει και ο μετέπειτα πρωταγωνιστής της ενοποίησης της Ιταλίας ο Giuseppe Garibaldi, καθώς από τότε το ιταλικό στοιχείο ανάμεσα στους μετανάστες στην Ουρουγουάη ήταν ιδιαίτερα ενισχυμένο. Την ίδια χρονιά, στα 1852, καταργήθηκε οριστικά και η δουλεία. Ακολούθησαν κι άλλοι πόλεμοι με κυριότερο εκείνον της Τριπλής Συμμαχίας, όταν η Αργεντινή, η Βραζιλία και η Ουρουγουάη συνασπίσθηκαν εναντίον της Παραγουάης και από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα η χώρα ακολούθησε λίγο πολύ την ιστορία των υπολοίπων κρατών της Λατινικής Αμερικής, σε μια συνεχή σχεδόν εναλλαγή ανάμεσα σε δικτατορικά και δημοκρατικά καθεστώτα. Στην διάρκεια της έβδομης και της όγδοης δεκαετίας του 20 αιώνα αίσθηση δημιούργησε το ένοπλο αριστερό κίνημα των Τουπαμάρος που ιδρύθηκε και έδρασε σε μια Ουρουγουάη που εκτός από τις συχνές δικτατορικές εκτροπές του πολιτεύματος, υπέφερε και από έντονη οικονομική κρίση. Από το 1985 και μετά έχει πια σταθεροποιηθεί ένα ομαλό κοινοβουλευτικό πολίτευμα προεδρικής δημοκρατίας, ενώ σημερινός πρόεδρος της χώρας είναι ο José Alberto Mujica Cordano, πρώην μαχητής των Τουπαμάρος.



Μορφολογικά η Ουρουγουάη αποτελεί μια ενδιάμεση ζώνη που παρεμβάλλεται ανάμεσα στην Πάμπα της Αργεντινής και τα υψώματα της Νότιας Βραζιλίας. Πεδινή κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της παρουσιάζει λίγους λοφώδεις σχηματισμούς που σπάνια ξεπερνούν τα 500 μέτρα σε υψόμετρο. Είναι εξάλλου μια περιοχή ιδιαίτερα πλούσια σε νερά καθώς διατρέχεται από πολλά ποτάμια. Το κλίμα είναι παρεμφερές με το μεσογειακό με υψηλότερη θερμοκρασία κατά τον Ιανουάριο (μ.ο.: 32 βαθμοί) και χαμηλότερη κατά τον Ιούνιο (μ.ο.: 6 βαθμοί).

Η δημογραφική εξέλιξη του πληθυσμού της Ουρουγουάης παρουσίασε πολύ αργή ανάπτυξη μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, καθώς δεν υπήρχε σπουδαίο αποικιστικό ενδιαφέρον για τη χώρα. Από εκεί και έπειτα είχαμε ραγδαία αύξηση των μεταναστεύσεων προς την Ουρουγουάη, κυρίως από τις χώρες της Ευρώπης και έτσι σήμερα το 88% των κατοίκων είναι ευρωπαϊκής καταγωγής (ίβηρες και ιταλοί κυρίως, αλλά και σκανδιναβοί ή γερμανοί). Η εκκλησία διαχωρίστηκε από το κράτος στα 1916 και είναι ελεύθερες οι εκδηλώσεις θρησκευτικής λατρείας όλων των γνωστών θρησκειών. Η πλειοψηφία των κατοίκων είναι καθολικοί (66%) ενώ υπάρχουν προτεστάντες (11%) και εβραίοι (2%). Είκοσι δύο στους εκατό ουρουγουανούς δηλώνουν ότι δεν θρησκεύονται το δε επίσημο κράτος θεωρείται το πλέον κοσμικό του νοτίου ημισφαιρίου. Το προσδόκιμο ζωής είναι λίγο μεγαλύτερο από τα 73 χρόνια για τους άντρες και λίγο κάτω από τα 80 χρόνια για τις γυναίκες, ενώ ο δείκτης γεννητικότητας δείχνει ότι για κάθε γυναίκα στην Ουρουγουάη αντιστοιχούν 1,89 γεννήσεις. Ο μέσος όρος ηλικίας είναι στα 32,7 χρόνια.

Η πιο διαδεδομένη γλώσσα στη χώρα είναι τα ισπανικά στην τοπική εκδοχή του Rio de la Plata που παρουσιάζει κάποιες διαφορές (κυρίως προφοράς) με την κλασική ιβηρική διάλεκτο και κυριαρχεί επίσης στην Αργεντινή. Η χώρα έχει 18 επαρχίες συν την περιοχή του Μοντεβιδέο. Σε ορισμένες από αυτές, στα βόρεια, κοντά στα σύνορα με τη Βραζιλία χρησιμοποιείται μια διάλεκτος που έχει εμφανείς επιρροές από τα πορτογαλικά.





Στην Ουρουγουάη λένε πως μπορεί μητέρα του ποδοσφαίρου να είναι η Βρετανία, αλλά πατέρας του είναι οπωσδήποτε η Ουρουγουάη. Καθόλου παράξενο αν σκεφτεί κανείς δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι στις περισσότερες λατινογενείς γλώσσες η Ουρουγουάη είναι μια από τις ελάχιστες χώρες αρσενικού γένους. Το δεύτερο είναι πως η εθνική της ομάδα απετέλεσε την πρώτη παγκόσμια ποδοσφαιρική υπερδύναμη της ιστορίας. Παράξενο αυτό για μια τόσο μικρή χώρα, αλλά όπως επίσης λένε στα ανατολικά του ποταμού Ουρουγουάη, όποιο παιδί δεν παίζει μπάλα εκεί, είναι άρρωστο.



Ουρουγουάη είναι κυρίως το Μοντεβιδέο και το Μοντεβιδέο είναι λιμάνι και τα λιμάνια είναι γνωστό πως υπήρξαν οι πρώτοι οικοδεσπότες του νέου παιχνιδιού, που στα τελειώματα του 19ου αιώνα μετέφεραν οι βρετανοί ναυτικοί σε όλο τον πλανήτη, τουλάχιστον δηλαδή όπου υπήρχε θάλασσα για τα πλοία τους.

Το σενάριο της ανάπτυξης του ποδοσφαίρου στη χώρα είναι το τυπικό σενάριο που συναντάμε σε όλες τις περιοχές που φυτεύτηκε και καρποφόρησε το νέο παιχνίδι. Απλό στους κανόνες και στα μέσα που χρειαζόταν για να παιχτεί, παιδί της βιομηχανικής κοινωνίας, ιδανική κυριακάτικη ενασχόληση για τον βιομηχανικό εργάτη, γιατί μέσω του ποδοσφαίρου εύρισκε πάλι τη χαρά της επαφής με τη φύση και τη γη, που είχε χάσει όταν έφυγε από την αγροτική κοινωνία του χωριού του για την εκβιομηχανισμένη πόλη. Ακόμα και στις περιπτώσεις που για να βρει μια τέτοια πόλη χρειαζόταν να μεταναστεύσει στην άλλη άκρη του κόσμου, δηλαδή στο Μοντεβιδέο.



Κάπως έτσι το ποδόσφαιρο στην Ουρουγουάη (και γενικά στο Ρίο ντε λα Πλάτα) έγινε σχεδόν αμέσως το καθημερινό θέμα του ουρουγουανού. Οι πρώτες ποδοσφαιρικές ομάδες φτιάχνονται ήδη πριν φύγει η προτελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Κάποιες λίγα μόλις χρόνια αργότερα. Ορισμένες από αυτές υπάρχουν ακόμα και κυριαρχούν σε εθνικό, αλλά και διεθνές επίπεδο. Ποιος δεν έχει ακούσει για την Πενιαρόλ που ιδρύθηκε στα 1891 και θεωρείται σήμερα η πιο επιτυχημένη ομάδα του 20 αιώνα στην Λατινική Αμερική; Ή ποιος από τους ποδοσφαιρόφιλους που σέβονται τον τίτλο αυτόν δεν γνωρίζει για την μεγάλη της αντίπαλο στην πόλη του Μοντεβιδέο, την Νασιονάλ που ιδρύθηκε από συγχώνευση δύο προγενέστερων σωματείων της πόλης, στα 1899;

Οι περισσότερο ψαγμένοι μάλιστα θα ξέρουν εκτός των άλλων ότι ο πρώτος αγώνας εθνικών ομάδων εκτός βρετανικών νησιών σε παγκόσμιο επίπεδο έγινε στο Μοντεβιδέο, στις 16 Μαΐου του 1901, μόλις λίγους μήνες μετά την ίδρυση στα 1900 της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης. Ήταν ανάμεσα στην Ουρουγουάη και την Αργεντινή, έληξε με νίκη της δεύτερης με 2-3 και εγκαινίασε την υπεραιωνόβια ποδοσφαιρική αντιπαλότητα ανάμεσα στις δύο χώρες που καλά κρατεί ακόμη. Άλλωστε οι κοινωνιολόγοι έχουν παραδεχτεί πως το ποδόσφαιρο σε μια χώρα σαν την Ουρουγουάη που αποτελείται στην τεράστια πλειοψηφία της από μετανάστες, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους παράγοντες δημιουργίας εθνισμού και εθνικής συνείδησης, ενσωμάτωσης στην κοινωνία και προώθησης της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό. Αν το καλοσκεφτείς έχουν δίκιο. Ποιος θυμάται για κάτι άλλο την Ουρουγουάη;





Συνεχίζεται...

«Δεινόν κατά πάσης περί αθλητισμού ιδεολογίας πλήγμα...»

Ένα από τα μείζονα προβλήματα της αθλητικής ιστοριογραφίας στην Ελλάδα είναι η έλλειψη οργανωμένων αρχείων. Ελάχιστοι είναι οι αθλητικοί σύλλογοι, οι ομοσπονδίες, οι αθλητικές ενώσεις, ακόμα και τα αθλητικά έντυπα που διατηρούν οργανωμένα αρχεία. Μια από τις λίγες εξαιρέσεις είναι το ιστορικό αρχείο του Ολυμπιακού Συνδέσμου Φιλάθλων Πειραιώς που ιδρύθηκε στα 1995, οργανώθηκε και ταξινομήθηκε κατά τις σύγχρονες αρχειονομικές επιταγές από την Π.Α.Ε. Ολυμπιακός. Ο κατάλογος του συγκεκριμένου αρχείου εκδόθηκε από το περιοδικό Δοκιμές, έκδοση των μεταπτυχιακών φοιτητών του τμήματος κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου , σε επιμέλεια και εισαγωγή του σημαντικού ερευνητή του αρχείου και καθηγητή οικονομικής ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Βασίλη Καρδάση. Στο παράρτημα της συγκεκριμένης έκδοσης συναντά κανείς, δίπλα σε άλλα ενδιαφέροντα ντοκουμέντα από το αρχείο του Ολυμπιακού Σ.Φ.Π., και μια επιστολή του Αθλητικού και Ποδοσφαιρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης ο Άρης, του γνωστού μας δηλαδή Άρη Θεσσαλονίκης, με ημερομηνία 10 Αυγούστου 1925. Η επιστολή έχει πολλούς παραλήπτες. Απευθύνεται προς τον πρωθυπουργό της χώρας, προς τους υπουργούς στρατιωτικών, εσωτερικών, δικαιοσύνης και παιδείας, προς τον υπουργό γενικό διοικητή Μακεδονίας, προς τον διοικητή στρατηγό του Γ’ Σώματος Στρατού, προς τον φρούραρχο και τον αστυνομικό διευθυντή Θεσσαλονίκης και προς τους εισαγγελείς εφετών και πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Επίσης απευθύνεται σε μια σειρά από αθλητικούς φορείς. Στον ΣΕΓΑΣ καθώς και στις Ενώσεις Ποδοσφαιρικών Σωματείων Μακεδονίας - Θράκης, Αθηνών και Πειραιώς. Ακόμα η επιστολή φτάνει και σε μια μακρά σειρά από ποδοσφαιρικά και εν γένει αθλητικά σωματεία. Από τα σωματεία της Θεσσαλονίκης απευθύνεται στον Ηρακλή, στον Μέγα Αλέξανδρο, στη Νέα Γενεά και στον Θερμαϊκό. Από εκείνα της Αθήνας στον Π.Α.Ο., στον Απόλλωνα, στον Πανιώνιο, στην Ένωση Αρμενίων, στην Ένωση Κων/λεως (δηλαδή στην Α.Ε.Κ.), στο Γουδή και στους Αίαντα, Ατρόμητο Λένορμαν, Εθνικό Αθηνών, Πανελλήνιο και Αμαρούσιον. Ακόμα απευθύνεται προς τα σωματεία του Πειραιά, Ολυμπιακό (στο αρχείο του οποίου τη βρίσκουμε σήμερα), Πειραϊκό Σύνδεσμο και Φαληρική΄Ένωση, καθώς επίσης και σε όλα τα αθλητικά σωματεία της χώρας, στον Μουσικογυμναστικόν Σύλλογον Ξάνθης «Ορφέαν», στον Γυμναστικόν Σύλλογον Εδέσσης «Μέγαν Αλέξανδρον» και στον Γυμναστικόν Σύλλογον Κομοτηνής «Ροδόπη». Τέλος αποδέκτες της επιστολής είναι όλοι οι διευθυντές των εφημερίδων και των αθλητικών εντύπων της επικράτειας.


Ήδη από μόνος του ο κατάλογος των παραληπτών της επιστολής αποτελεί μια εξαιρετική χαρτογράφηση του αθλητικού τοπίου της Ελλάδας στα μισά της δεκαετίας του 1920, αλλά ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το περιεχόμενό της, καθώς αναφέρεται σε μια από τις πρώτες εκδηλώσεις βίας μέσα σε αθλητικού χώρους, ειδικότερα μάλιστα στο ποδόσφαιρο. Αφορμή έχει ένα συμβάν στη διάρκεια φιλικού (όπως τονίζεται με έντονα κεφαλαία γράμματα στην επιστολή) ποδοσφαιρικού αγώνα ανάμεσα στον Άρη και στην Ένωση Κωνσταντινουπολιτών (τον σημερινό Π.Α.Ο.Κ. δηλαδή) που στην εν λόγω επιστολή περιγράφεται ως εξής:

«Δεινόν κατά πάσης περί αθλητισμού ιδεολογίας πλήγμα, βανδαλισμός πρωτάκουστος και τερατώδης στυγερά απόπειρα δολοφονίας κατ’ αθλητού του ημετέρου Συλλόγου εντός του στίβου έλαβεν χώραν χθες Κυριακήν 9ην τρέχοντος και ώραν 6:30 μ.μ. Καθ’ ήν στιγμήν η πρώτη ποδοσφαιρική ομάς του ημετέρου Συλλόγου ηγωνίζετο αγώνα ΦΙΛΙΚΟΝ κατά της αρτισυστάτου ενταύθα ποδοσφαιρικής ομάδος της «Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών» ο αθλητής ημών Αλέξανδρος Ζηνιζόπουλος έπιπτεν ολίγου δειν θύμα αγρίας δολοφονικής επιθέσεως του στρατιώτου του ενταύθα 3ου τάγματος της Δημοκρατικής Φρουράς Αριστείδου Στεργιοπούλου.»

Άρα με απλούστερα λόγια, στη διάρκεια φιλικού αγώνα του Άρη με την Ένωση Κωνσταντινουπολιτών της Θεσσαλονίκης, ένας ποδοσφαιριστής του Άρη δέχτηκε επίθεση από κάποιον στρατιώτη, «φίλο προφανώς αθλητού τινός της Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών» όπως υποθέτει παρακάτω η επιστολή. Η επίθεση έγινε ενώ η ομάδα του Άρη κέρδιζε και με την αφορμή «μικροεπεισοδίου τινός δημιουργηθέντος μεταξύ των αγωνιζομένων αθλητών». Ο στρατιώτης εισέβαλε στον αγωνιστικό χώρο και όταν ο ποδοσφαιριστής του Άρη Ζηνιζόπουλος του υπέδειξε -πάντα κατά την επιστολή- να αποχωρήσει, εκείνος τράβηξε την ξιφολόγχη του και τραυμάτισε τον ποδοσφαιριστή στην κοιλιακή χώρα. Όπως επίσης διευκρινίζεται στην εξιστόρηση του συμβάντος, ο στρατιώτης συνελήφθη από το κοινό που τον αφόπλισε πριν προλάβει να προξενήσει μεγαλύτερη σωματική βλάβη στον ποδοσφαιριστή και ο τελευταίος διακομίστηκε σε χειρουργική κλινική για τις πρώτες βοήθειες.

Στη συνέχεια του γράμματος στηλιτεύεται με έντονο αποτροπιασμό η στάση των υπευθύνων του αθλητικού τμήματος της Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών: «Αλλά των πάντων χείριστον, το γεγονός εκείνον το οποίον μας εκπλήττει και διαδηλοί ότι ολόκληρον τον Αθλητικόν Τμήμα της Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών επεκρότησε την αθλίαν ταύτην πράξην του μυσαρού δολοφόνου...», είναι πως ο πρόεδρος του αθλητικού τμήματος της Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών παρουσιάστηκε άμεσα, μαζί μάλιστα με δύο ακόμη μέλη της διοικούσας επιτροπής του συλλόγου του στο γραφείου του υπεύθυνου αξιωματικού του φρουραρχείου, όπου βρισκόταν ο συλληφθείς , και διαβεβαίωναν πως ο τελευταίος δεν έφερε μαζί την ξιφολόγχη του ενώ παρακολουθούσε τον αγώνα, άρα δεν επιτέθηκε με αυτή.

Αντί λοιπόν, λένε οι παράγοντες του Άρη για τους κωνσταντινουπολίτες συναδέλφους τους, να εκφράσουν την θλίψη τους για το γεγονός της επίθεσης, εκείνοι προσπαθούσαν να υπερασπιστούν τον οπαδό της ομάδας τους. Απορούν λοιπόν οι άνθρωποι του Άρη πως με τέτοια συμπεριφορά οι παράγοντες της Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών «αξιούν να συγκαταλέγονται μεταξύ των σημαιοφόρων του αθλητισμού της πόλεως». Είναι αυτή μια άμεση κατηγορία κατά του νέου σωματείου που ακολουθεί την έμμεση εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της επιστολής, δηλαδή τον σχεδόν με υποτιμητική έννοια χρησιμοποιημένο χαρακτηρισμό «αρτισύστατη» για τη Ένωση Κωνσταντινουπολιτών. Χαρακτηρισμό που ενδεχομένως να υπονοεί και την προσφυγική προέλευση του νέου συλλόγου, απαξιώντας του νεοφερμένους στην πόλη.

Βλέπουμε λοιπόν ήδη, από τον τρόπο που περιγράφεται το συμβάν στην επιστολή, την υφέρπουσα αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο σωματεία, που θα μεγαλώσει με την πάροδο των ετών και με την παγίωση και του Άρη και του ΠΑΟΚ ανάμεσα στις κορυφαίες αθλητικές πραγματικότητες της Ελλάδας και της Θεσσαλονίκης. Βλέπουμε επίσης ότι ήδη από τα πρώτα χρόνια του ελληνικού ποδοσφαίρου τα -έστω σποραδικά- βίαια συμβάντα δεν ήταν άγνωστα. Φανερή είναι επίσης και μια άλλη ομοιότητα με το σήμερα, καθώς από τότε παράγοντες και διοικήσεις των ομάδων φρόντιζαν να υποστηρίζουν τους οπαδούς τους που είχαν παρεκτραπεί.

Η επιστολή καταλήγει ζητώντας τη λήψη αυστηρών μέτρων κατά των κρουσμάτων βίας καθώς όπως τονίζει: «Ο Σύλλογος ημών, το τεράστιον τούτον αθλητικόν συγκρότημα διασείεται εκ θεμελίων και το φοβερόν της διαλύσεως φάσμα, διαβλέπομεν λείχον τας πτυχάς της σημαίας μας»