Τα μικρά μουντιάλ της ζωής μου (μέρος γ' Αργεντινή 1978).

του Νίκου Γ. Λεμονή

Στην ουσία το Μουντιάλ της Αργεντινής είναι το πρώτο μου αληθινό μουντιάλ. Το πρώτο που το θυμάμαι ολόκληρο ή σχεδόν ολόκληρο, το πρώτο που με αγωνία περίμενα να αρχίσει κάθε ματς, το πρώτο που με έκανε οπαδό μιας συγκεκριμένης εθνικής ομάδας, της Ιταλίας, το πρώτο - και το τελευταίο - που μ' έκανε να αισθάνομαι τύψεις επειδή το παρακολουθούσα φανατικά.

Αιτία γι αυτό μια αφίσα που βρισκόταν στον τοίχο έξω απ' το σπίτι μου, σ' εκείνον μάλιστα τον τοίχο κόντρα στον οποίο κλωτσούσα την μπάλα με παρέα, αλλά και μόνος μου συχνά για να γκελάρει επιστρέφοντας πίσω. Πρωτόγονο μεν αλλά πολύ χρήσιμο παιχνίδι για την βελτίωση της τεχνικής της μεταβίβασης. Τώρα που το σκέφτομαι νομίζω πως θα έπρεπε να αποτίσω τον δέοντα φόρο τιμής σ' εκείνον τον τοίχο για τις άριστες ικανότητές μου ως πασαδόρου...

Τέλος πάντων η αφίσα εκείνη ήταν πολύ χαρακτηριστική. Έδειχνε μια κλασική ασπρόμαυρη μπάλα ποδοσφαίρου που σταδιακά μετατρεπόταν σε νεκροκεφαλή για να θυμίζει πως το Μουντιάλ εκείνης της χρονιάς, στα 1978, γινόταν στην Αργεντινή, στην οποία κυβερνούσε μια σκληρή στρατιωτική χούντα, υπόλογη για βιαιότητες, δολοφονίες, εξαφανίζεις, βασανιστήρια πολιτικών αντιπάλων.  Αυτός ήταν κι ο λόγος που αν και ήμουν κάτι λιγότερο από 11 ετών, αισθανόμουν ήδη τύψεις για το πάθος μου με το ποδόσφαιρο και για τη δύναμη που δεν είχα να μην στέκομαι με μονομανιακό σχεδόν τρόπο μπροστά στην τηλεόραση απολαμβάνοντας κάθε λεπτό των αγώνων.

Πάντως η χούντα του στρατηγού Βιντέλα στέρησε από το Μουντιάλ της Αργεντινής την παρουσία κάποιων σπουδαίων ποιητών του ποδοσφαίρου. Σημαντικότερος εξ αυτών ο γερμανός Πωλ Μπράιτνερ που όντας μαοϊκός αρνήθηκε να συμμετάσχει με την εθνική του στο μουντιάλ που γινόταν σε μια χώρα με χούντα. Δύσκολο να φανταστούμε ανάλογη στάση σήμερα, αλλά στα 1978 η πολιτική ευθύνη ήταν ζήτημα που αφορούσε και τους ποδοσφαιριστές.

Μ' αυτά και μ' αυτά η αντιπάθεια προς την Εθνική Αργεντινής ήταν σχεδόν καθήκον. Σ' εμένα διδάχθηκε σαφώς και χωρίς περιθώρια αντίρρησης από τον πατέρα μου. Έμαθα πως έπρεπε με κάθε τρόπο και εναντίον οποιουδήποτε αντιπάλου να επιθυμώ την ήττα των αργεντινών.

Δύσκολη δουλειά πάντως. Η Αργεντινή εκείνο το Μουντιάλ το κατέκτησε. Εντάξει υπήρξαν και κάποια παρατράγουδα, όπως μια παράξενη νίκη με 6 γκολ επί του Περού που έστειλε τους αργεντινούς στον τελικό, αλλά η αλήθεια είναι πως όσο και αν το  ήθελες αυτούς τους τύπους που ήταν ταυτόχρονα μπαλαδόροι και δολοφόνοι, τεχνίτες και σκληροτράχηλοι, μακρυμάλληδες με φατσούλες περίεργες σα να είχαν βγει μόλις με άδεια από το αναμορφωτήριο να παίξουν μπάλα και να επιστρέψουν πίσω, ήταν λίγο δύσκολο  να τους αντιπαθήσεις ποδοσφαιρικώς.

Όπως ήταν πολύ δύσκολο, ειδικά αν είσαι παιδί 11 ετών να μην γοητευτείς από την εμφάνιση του Περού, λευκή με μια μεγάλη διαγώνια κόκκινη ρίγα, αλλά και τον μάγο της μπάλας με το χαρακτηριστικό όνομα που οδηγούσε την ομάδα αυτή: τον Τεόφιλο Κουμπίλιας, λιγάκι χοντρούλη για ποδοσφαιριστή, αλλά είπαμε, το ποδόσφαιρο δεν είναι ρατσιστικό άθλημα, όλοι χωράνε.

Στο δρόμο για το τρόπαιο η Αργεντινή έχασε έναν μόνο αγώνα, εκείνον κόντρα στην Ιταλία. Έναν αγώνα που δίχασε τη χώρα του τάνγκο, μια χώρα που ο μισός της πληθυσμός είναι ιταλικής καταγωγής. Υπήρχαν οικογένειες που κόπηκαν στα δύο όσο κράτησε το παιχνίδι. Ο πατέρας, πρώτης γενιάς μετανάστης υποστήριζε την Ιταλία κι ο γιος, δεύτερης γενιάς μετανάστης αυτός, ήταν με την Αργεντινή.

Στον τελικό βρέθηκε πάλι η Ολλανδία που έχασε το δεύτερο στη σειρά μουντιάλ της, φυσικά εκ δημοκρατικής υποχρεώσεως στην Ελλάδα, μια χώρα που μόλις πριν από τέσσερα χρόνια είχε βγει από τη δική της χούντα, όλοι ή σχεδόν όλοι υποστηρίζαμε τους Ολλανδούς. Τότε μάλιστα μπορώ να πω ότι στεναχωρήθηκα που έχασαν στην παράταση.

Σήμερα έχω μάθει πια πως η Αργεντινή δεν είναι και δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι, η χώρα του στρατηγού Βιντέλα. Είναι η πατρίδα του Τσε, της ποίησης, του χορού και της μουσικής του τάνγκο, είναι η πραγματική κοιτίδα του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού πολιτισμού. Έχω μάθει επίσης πως το ποδόσφαιρο είναι τέχνη κι η μεγάλη τέχνη λειτουργεί πέρα από τις αντιφάσεις της μικρής μας καθημερινότητας. Σήμερα μπορώ να θαυμάζω πως κλωτσάν την μπάλα αυτά τ' αλάνια από το Rio de la Plata. Επιτέλους χωρίς τύψεις...



 

Τα μικρά μουντιάλ της ζωής μου (μέρος β', Δ.Γερμανία 1974)

του Νίκου Γ. Λεμονή

Το Μουντιάλ του 1974 λέγεται πως άλλαξε την ιστορία του ποδοσφαίρου. Ίσως, όμως εγώ από αυτή τη διοργάνωση θυμάμαι ελάχιστα πράγματα.Για την ακρίβεια έχω μόνο μια πολύ θολή εικόνα στο μυαλό μου. Μάλλον ήταν ο τελικός κι ενώ παρακολουθούσαν οι μεγάλοι (είχαμε πλέον αγοράσει τηλεόραση) εγώ προσπαθούσα να μιμηθώ τους ποδοσφαιριστές βρίσκοντας προφανώς πολύ πιο ενδιαφέρον να παίζεις ο ίδιος παρά να βλέπεις τους άλλους να παίζουν.
Φαντάζομαι πως ήμουν ιδιαίτερα ενοχλητικός για όσους έβλεπαν το ματς, όμως τότε στην προεκσυγχρονιστική Ελλάδα οι άνθρωποι ήταν πολύ ανεκτικοί με ένα παιδί της πρώτης δημοτικού. Έτσι κανείς δεν μου έκανε την παρατήρηση.

Υποθέτω πως επρόκειτο για τον τελικό, διότι η μία ομάδα φορούσε ασπρόμαυρα σαν τη Δ.Γερμανία. Εντάξει στην ασπρόμαυρη οθόνη μας όλα ασπρόμαυρα τα βλέπαμε, αλλά όταν είναι πράγματι σ' αυτά τα χρώματα μια εμφάνιση ξεχωρίζει. Όλοι οι υπόλοιποι χρωματικοί τόνοι αποδίδονταν σε αποχρώσεις του γκρι. Το μπλε πιο σκούρο γκρι απ' το κόκκινο, το κίτρινο πιο ανοιχτό γκρι απ' το γαλάζιο και πάει λέγοντας. Έτσι λοιπόν μια από τις πιο αδιάφορες ενδυματολογικά εθνικές ομάδες, εκείνη της Δυτικής Γερμανίας κατάφερνε να αιχμαλωτίσει το βλέμμα.

Κάπου εδώ τελειώνει η μοναδική προσωπική μου ανάμνηση από το Μουντιάλ του '74. Και κάπου εδώ αρχίζει ο μύθος τον αφηγήσεων των μεγαλυτέρων. Των λίγο μεγαλυτέρων, αδελφών, ξαδέλφων, φίλων που το παρακολούθησαν καλύτερα και πιο εμπεριστατωμένα λόγω της ηλικίας τους.
Αυτοί λένε πρώτα απ' όλα για την Εθνική Ελλάδος, που βεβαίως δεν κατάφερε να φτάσει στη Γερμανία, αν και μάλλον περιείχε την πλέον ταλαντούχα γενιά ποδοσφαιριστών που έβγαλε η ελληνική χερσόνησος. Ονόματα μύθοι: Δεληκάρης, Κούδας, Δομάζος, Μίμης Παπαϊωάννου κι άλλοι πολλοί, ο καθένας ήθελε μια μπάλα μόνος του κι όλοι μαζί κατάφεραν ν' αποκλειστούν από την τελική φάση σχετικά εύκολα.

Ύστερα λένε για τη Δυτική Γερμανία, για τον Μπεκεμπάουερ φυσικά και τους υπολοίπους και κυρίως για έναν τύπο δεινό σκόρερ και κατά τη γνώμη μου περίπου άμπαλο, ονόματι Μύλερ. Γκερτ Μύλερ για την ακρίβεια και πρέπει να το προσδιορίζουμε, διότι το Μύλερ που αν δεν λανθάνω σημαίνει "μυλωνάς" στα γερμανικά, φαίνεται πως είναι τόσο συνηθισμένο επώνυμο στη Γερμανία όσο και το Παπαδόπουλος στην Ελλάδα. Δεν ερμηνεύεται αλλιώς το γεγονός πως σχεδόν ποτέ δεν υπάρχει Εθνική Γερμανίας χωρίς τουλάχιστον έναν Μύλερ στη σύνθεσή της. Αυτός ο μάγκας έβαλε κάμποσα γκολ στη διοργάνωση, τα περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο και έτσι η Δ. Γερμανία κατάφερε να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο στην έδρα της.

Ήταν το 2ο μουντιάλ που κέρδιζαν οι Γερμανοί. Το πρώτο το είχαν κατακτήσει 20 χρόνια νωρίτερα, στα 1954 στην Ελβετία. Και τα δύο έμειναν στην ιστορία και μάλιστα και τα δύο για τον ίδιο λόγο: ο δεύτερος, δηλαδή ο χαμένος του τελικού έγινε θρύλος, ο πρώτος, δηλαδή ο νικητής του τελικού, τουτέστιν οι εθνικές της Δ. Γερμανίας, παρέμεινε μάλλον αδιάφορος. Στην πρώτη περίπτωση ήταν η τεράστια Ουγγαρία του Πούσκας, του Χιντεκούτι, του Κόσιτς, μια ασύλληπτη ομάδα, μύθος της ποδοσφαιρικής ιστορίας. Η δεύτερη ήταν η πορτοκαλί ολλανδοί, του Κρόυφ, του Ρέζεμπρικ, του Νέσκενς, του μεγάλου δασκάλου-προπονητή Ρίνους Μίχελς και τόσων άλλων, που μετέτρεψαν οριστικά, μέσα από ένα παιχνίδι διαρκών εναλλαγών θέσεων ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές, τη μοίρα και τη μορφή του ποδοσφαίρου. Όπως άλλωστε λένε οι μεγαλύτεροι: αν δεν είχε υπάρξει αυτή η ομάδα ό,τι βλέπουμε και ξέρουμε σήμερα για ποδόσφαιρο απλά δεν θα υπήρχε επίσης.

Το Μουντιάλ του '74 τέλειωσε στις 7 Ιουλίου εκείνης της χρονιάς. Λίγες μέρες μετά στην Ελλάδα θα πέσει η χούντα, αφού πρώτα προσφέρει στον τουρκικό ιμπεριαλισμό τη μισή σχεδόν Κύπρο. Με την πτώση της χούντας θα νομιμοποιηθεί μετά από τρεις σχεδόν δεκαετίες το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά μεγαλύτερο ακόμα αντίκτυπο ανάμεσα στους κομμουνιστές του κόσμου, θα έχει ένα από τα ματς εκείνου του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Στις 22 Ιουνίου του 1974 στο Αμβούργο η φτωχή Ανατολική Γερμανία θα κερδίσει με 0-1 τα πλούσια αδέλφια της Δυτικής (δηλαδή εκείνους που σε λίγες μέρες θα κατακτούσαν το Μουντιάλ), δείχνοντας για μια ακόμα φορά ότι στη μπάλα, άρα μπορεί και στη ζωή, δεν κερδίζει πάντα ο πλουσιότερος...



Τα μικρά μουντιάλ της ζωής μου. (μέρος α', Μεξικό 1970)

του Νίκου Γ. Λεμονή

Οι άνθρωποι σαν κι εμένα, πάει να πει εκείνοι που στην πραγματικότητα δεν ενηλικιωθήκαμε ποτέ, που ακόμα πετάμε τη σκούφια μας για μια μπάλα κι ένα δίτερμα στην πλατεία, μετράμε τη ζωή μας με μουντιάλ. Σχεδόν σαν άλλοι αρχαίοι έλληνες που χρονολογούσαν με ολυμπιάδες.

Το πρώτο μου μουντιάλ δεν το θυμάμαι. Δυστυχώς στα 1970 ήμουν μόνο 2,5 ετών, ευτυχώς άλλωστε δεν είχαμε καν τηλεόραση στο σπίτι. Όπως και οι περισσότεροι έλληνες φυσικά.
Ακόμα κι αν είχαμε το μαγικό κουτί, πολύ αμφιβάλω αν θα ήμουν σε θέση να καταλάβω το παραμικρό από έναν αγώνα ποδοσφαίρου ή να συγκρατήσω κάτι στη μνήμη μου.
Λίγο μετά από εκείνα τα χρόνια όμως θυμάμαι καθαρά την εικόνα πολλών ανθρώπων μαζεμένων στα πεζοδρόμια, έξω από τις βιτρίνες των καταστημάτων που πουλούσαν τηλεοράσεις να παρακολουθούν όρθιοι τους σπάνιους ολόκληρους αγώνες που μετέδιδαν τα ελληνικά κανάλια. Θυμάμαι πως προσπαθούσα να τρυπώσω ανάμεσά τους για να βρω μια γωνία να βλέπω ή κάποιον καλόβολο ευεργέτη που με σήκωνε στους ώμους του για να έχω την απόλυτη θέα και τον πατέρα μου βιαστικό πάντα να με τραβάει να φύγουμε αμέσως. Ένα κατάστημα που βρισκόταν Ηπείρου και Πατησίων, απέναντι απ'το Μουσείο ήταν το πιο χαρακτηριστικό. Μαγαζί γωνία με βιτρίνες και στους δυο δρόμους, με πολλές τηλεοράσεις να παίζουν δημιουργούσε το αδιαχώρητο στο πεζοδρόμιο.

Τέλος πάντων, το Μουντιάλ του '70 στο Μεξικό στην ουσία δεν το πρόλαβα κι αυτό θα με στιγματίζει σε όλη μου τη ζωή. Είναι το πιο δυσβάσταχτο βάρος, το μεγαλύτερο όνειδος, η απόλυτη ντροπή, η ολοκληρωτική απαξίωση και ο πλήρης αποσεβασμός που μπορεί να τύχει σε έναν ποδοσφαιρόφιλο. Ας είδες την Ολλανδία του Μίχελς και του Κρόυφ στα 1974 να αλλάζει την ιστορία του ποδοσφαίρου, ας είδες έντεκα αργεντινούς μακρυμάλληδες που ο καλύτερος είχε σκοτώσει τη μάνα του το 1978, ας είδες τον Ταρντέλι να πανηγυρίζει τέσσερα χρόνια αργότερα και τον Μαραντόνα το '86 να ντριμπλάρει ολόκληρο το εγγλέζικο έθνος από τον μικροπωλητή του Νότινγκ Χιλ μέχρι τον αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι, ας είδες τον Μπάτζο και τον Ρομάριο, τον Ζιντάν ή τον Ματέους, τον Ριβάλντο ή τον Κασίγιας. Αν δεν είδες το Μουντιάλ του '70 θα πρέπει εις τους αιώνας των αιώνων να ανέχεσαι τη συγκαταβατική αποστροφή των γεροντότερων: "α... εσείς δεν προλάβατε το μουντιάλ του '70..."

Διότι το Μουντιάλ του '70, δεν είναι ποδοσφαιρική διοργάνωση, δεν είναι γεγονός, δεν είναι καν ιστορικό συμβάν. Όχι. Το Μουντιάλ του '70 είναι τίτλος σπουδών, αυτό που ξεχωρίζει τον πρύτανη του πανεπιστημίου από τον λειτουργικά αναλφάβητο. Είναι γαλόνι που διαφοροποιεί τον στρατηγό απ' τον δεκανέα. Είναι το υπέρτατο μέτρο αξιολόγησης που ξεχωρίζει τον επαΐοντα από τον αδαή, τον εμβριθή απ'τον αλμπάνη, τον ηθικό απ' τον εκμαυλισμένο.

Στο Μουντιάλ του '70 φαίνεται πως σταμάτησε ο ποδοσφαιρικός χρόνος, φαίνεται πως το σπορ αυτό τότε και μόνο τότε έφτασε σε δυσθεώρητα ύψη κι ύστερα απότομα βυθίστηκε στα τάρταρα. Στο Μουντιάλ του '70 έλαμψε ο Πελέ, ο Τοστάο, ο Ρίβα, ο Μπεκεμπάουερ. Ονόματα μυθικά, τόσο πολύ μυθικά που φορές-φορές σκέφτεσαι μήπως δεν υπήρξαν πραγματικά, μήπως είναι πλάσματα της φαντασίας του Τόλκιν από τις σελίδες του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών ή έστω βγαλμένα από τις περιπέτειες της Ζίνα.

Όντας μεγάλος οπαδός του ιταλικού ποδοσφαίρου και της Εθνικής Ιταλίας και ενθυμούμενος τη Squadra Azzurra να κατακτά δύο (2) Μουντιάλ αρκετά πιο μετά από εκείνο του '70 στο οποίο είχε χάσει στον τελικό με 4-1 από τη Βραζιλία, είχα την ελπίδα πως τουλάχιστον στην ιταλική χερσόνησο δεν θα βασίλευε η ίδια με την ελληνική υστερία περί του εν λόγω μουντιάλ. Εις μάτην... Διαπίστωσα σύντομα πως ο ημιτελικός του '70 Ιταλία-Γερμανία 4-3 είναι η κορωνίδα των ποδοσφαιρικών φετίχ της γείτονος. Ολόκληρες γενιές ανθρώπων ταυτίζουν εκείνον τον αγώνα με τον εαυτό τους. Υμνήθηκε από σκηνοθέτες, μουσικούς και τραγουδοποιούς, εικαστικούς, ποιητές. Ταυτίστηκε με την κοινωνική ιστορία της γενιάς της αμφισβήτησης του '60. Έγινε το ορόσημο της προσωπικής ζωής των ανθρώπων. Η συμβολική αναφορά στη χαμένη αθωότητα και στις παιδικές φιλίες, έγινε με δυο λόγια το σύμβολο των πάντων. Αδύνατο να βγει απ'το μυαλό όσων έζησαν το ματς και αδύνατο για όλους εμάς του υπόλοιπους να καταλάβουμε.

Παίζω μπάλα από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου, βλέπω μπάλα ακόμα νωρίτερα, ζω απ'τη μπάλα, αγαπάω τη μπάλα, ξέρω μπάλα.
Όχι! Χίλιες φορές Όχι. Αφού δεν είδα αυτό το ματς, δεν ξέρω τίποτα. Και να σου πω κάτι: μπορεί να μην έχουν κι άδικο...

"...Μας πήγανε πλημμέλημα επί διαταράξει..."


του Νίκου Γ. Λεμονή

To Avellino είναι μια μικρή ιταλική πόλη στην επαρχία της Campania κοντά στην Napoli.  Έχει πληθυσμό γύρω στις 55 χιλιάδες κατοίκους που όμως μαζί με την ευρύτερη περιοχή της επαρχίας του ξεπερνούν κατά πολύ τις 400 χιλιάδες. Παρά το μικρό, για τα ιταλικά δεδομένα μέγεθός της, η πόλη έχει ωραία ποδοσφαιρική παράδοση. Η τοπική ομάδα Unione Sportiva Avellino ή απλούστερα Avellino απέκτησε εξαιρετική φήμη όταν από το 1978 μέχρι και το 1988 αγωνιζόταν για δέκα συνεχόμενα χρόνια στην Α' Εθνική Κατηγορία της Ιταλίας. Μάλιστα ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν στο Avellino εκείνα τα χρόνια συναντάμε και τον δικό μας Νίκο Αναστόπουλο, τον πρώτο μετά από πάρα πολλά χρόνια και πριν την κατάργηση των "ποδοσφαιρικών συνόρων" Έλληνα που έπαιξε στο εξωτερικό και μάλιστα στο σημαντικότερο εκείνη την εποχή πρωτάθλημα του κόσμου.
 
Calcio in stradaΠέρυσι στο Avellino έγιναν δημοτικές εκλογές και από αυτές αναδείχτηκε δήμαρχος ο Paolo Foti, εκπρόσωπος του Δημοκρατικού Κόμματος (Partito Democratico) δηλαδή της Κεντροαριστεράς παράταξης. Ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 10 Ιουνίου του 2013 και η πρώτη του απόφαση ως δήμαρχου, μόλις λίγες μέρες μετά, υπήρξε η απαγόρευση του ποδοσφαίρου στους δρόμους και στις κεντρικές πλατείες της πόλης, προσθέτοντας έτσι κι εκείνος το λιθαράκι του στη μακρά ιστορία των κατά καιρούς και κατά τόπους απαγορεύσεων του ποδοσφαίρου. Προφανώς η πόλη δεν είχε άλλα πιο επείγοντα προβλήματα, οπότε ο δήμαρχος έσπευσε να νομοθετήσει κατά των πιτσιρικάδων που παίζουν μπάλα στους δρόμους και διαταράσσουν την κοινωνική γαλήνη, ησυχία και ασφάλεια.  
 
Στην απόφαση προβλέπεται διοικητικό πρόστιμο από 50 έως 200 ευρώ και επιπλέον «la confisca del pallone e/o attrezzatura usata per giocare», δηλαδή «η κατάσχεση της μπάλας ή/και του εξοπλισμού του παιχνιδιού».  Ποιος να είναι άραγε ο εξοπλισμός για να στήσει κανείς ένα «διπλό» στο δρόμο ή σε μια πλατεία; Τι να εννοεί άραγε ο δήμαρχος; Το μπουφάν, την τσάντα ή τις πέτρες που αφήνουμε κάτω αντί για δοκάρι οριοθετώντας το τέρμα; Τα γάντια που φοράει ο τερματοφύλακας (που σιγά μη φοράει δηλαδή, αλλά λέμε); Ή μήπως τα παπούτσια των παιδιών που κλωτσάνε τη μπάλα; Άβυσσος οι ψυχές των δημάρχων...  Ας το θυμόμαστε τώρα που έρχονται αυτοδιοικητικές εκλογές και στο μεταξύ ας αφιερώσουμε στα παιδιά του Avellino ένα τραγουδάκι του Ζαμπέτα, που ταιριάζει στην περίπτωση και στα πλημμελήματά τους... 



Barrilete Cosmico δηλαδή: Διαστημικός Χαρταετός...

Το θυμόμαστε όλοι, είναι το ομορφότερο γκολ στην ιστορία του ποδοσφαίρου και φυσικά το πέτυχε ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών, ο Diego Armando Maradona. Στο μουντιάλ του 1986 στο Μεξικό κόντρα στην Αγγλία, μόλις λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο των Φώκλαντς, ανάμεσα στα δύο κράτη. Στον αγώνα είχε προηγηθεί ένα γκολ πάλι του Maradona, αλλά με το χέρι αυτή τη φορά. Για την αντίθεση ανάμεσα στα δυο αυτά γκολ ο Jorge Valdano, ένας από τους λίγους αξιόλογους συμπαίκτες του Diego σ' εκείνη την εθνική Αργεντινής, είπε πως δείχνει πολύ καλά τον πραγματικό χαρακτήρα του Αργεντινής. Μιας χώρας που η πονηριά εκτιμάται πιο πολύ απ' την εντιμότητα, αλλά και που ταυτοχρόνως η τέχνη, η ικανότητα και η ομορφιά  θεωρούνται υπέρτατες αξίες. Το τελικό σκορ ήταν 2-1 για τους αργεντινούς που πήραν και την πρόκριση για τον επόμενο γύρο και στο τέλος κατέκτησαν και τον τίτλο.

Από αυτό το γκολ όμως στις ισπανόφωνες χώρες έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη συλλογική μνήμη η ραδιοφωνική περιγραφή του. Δια στόματος Victor Hugo Morales, ενός σπουδαίου ποδοσφαιρικού ραδιοσχολιαστή της Αργεντινής. Σ' αυτόν οφείλεται και ο χαρακτηρισμός "barillete cosmico", δηλαδή: διαστημικός χαρταετός, που δόθηκε στον Maradona από τον δημοσιογράφο μόλις μετά την επίτευξη του γκολ και από τότε αυτή η έκφραση σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής σημαίνει το συγκεκριμένο τέρμα. 





Εδώ βλέπουμε τη φάση με τον σχολιασμό του Morales και από κάτω μεταφράζω πρόχειρα τη μετάδοσή του:
 
 

¨Εκεί την έχει ο Μαραντόνα. Τον μαρκάρουν δύο, οδηγεί τη μπάλα. Ανεβαίνει από δεξιά η ιδιοφυία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Φτάνει στα δύο τρίτα του γηπέδου. Μπορεί να πασάρει στον Μπουρουτσάγκα...πάντα Μαραντόνα. Ιδιοφυία, ιδιοφυία, ιδιοφυία...Τα...τα...τα... Γκοοοολ!!!!!!!! Γκοοοοολ!!!!! Θέλω να κλάψω! Θεέ μου!!! Ζήτω το ποδόσφαιρο!!! Γκολάάάάάρα!!! Ντιεγκόόόλ!!! Μαραντόνα!!! Είναι για να κλαίει κανείς, συγγχωρέστέ με, ο Μαραντόνα, σε μια εκπληκτική κούρσα, στην καλύτερη ενέργεια όλων των εποχών. Διαστημικέ χαρταετέ, από ποιον πλανήτη ήρθες; Για ν' αφήσεις πίσω στον δρόμο σου τόσους Άγγλους, για να κάνεις στο δρόμο σου όλη τη χώρα μια γροθιά που ουρλιάζει για την Αργεντινή. Αργεντινή 2 - Αγγλία 0. Ντιεγκοοολ! Ντιεγκοοολ! Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ευχαριστώ Θεέ μου! Για το ποδόσφαιρο, για τον Μαραντόνα, γι αυτά τα δάκρυα, γι αυτό το Αργεντινή Αγγλία 2-0..."
   

Ο άγριος καπιταλισμός του ατομισμού και της "Χρυσής Μπάλας".

                                                         του Νίκου Γ. Λεμονή


Η Χρυσή Μπάλα είναι ένα βραβείο που απονέμεται κάθε χρόνο, στο τέλος του ημερολογιακού έτους, στο καλύτερο ποδοσφαιριστή του κόσμου για τη χρονιά που πέρασε.
Η ιστορία του θεσμού είναι σχετικά μεγάλη. Ξεκίνησε σαν διάκριση θεσπισμένη από το γαλλικό περιοδικό France Football στα 1956 και αφορούσε στον καλύτερο ευρωπαίο ποδοσφαιριστή.

Αργότερα το βραβείο άρχισε να απονέμεται και σε ποδοσφαιριστές που αγωνίζονταν στην Ευρώπη, ακόμη και αν δεν ήταν ευρωπαίοι, ενώ από 2009 και ύστερα συγχωνεύθηκε με ένα αντίστοιχο θεσμό βράβευσης της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, της FIFA δηλαδή, μετονομάστηκε σε FIFA Ballon d' Or, δηλαδή Χρυσή Μπάλα FIFA και δίνεται πλέον στον καλύτερο ποδοσφαιριστή του κόσμου, ανεξαρτήτως εθνικότητας και σημείου του πλανήτη στο οποίο αγωνίζεται. Βέβαια δεδομένης της συγκέντρωσης του ποδοσφαιρικού οικονομικού κεφαλαίου στους ευρωπαϊκούς συλλόγους, μέχρι σήμερα δεν έχει τύχει να κερδηθεί η Χρυσή Μπάλα από παίκτη που να αγωνίζεται σε κάποιο εκτός Ευρώπης πρωτάθλημα.

Η τελευταίες αλλαγές στον θεσμό συνεπέφεραν και μια σειρά από αλλαγές στα κριτήρια βάσει των οποίων απονέμεται το βραβείο. Η ουσιαστικότερη και συμβολικότερη από αυτές είναι η πλήρης αποσύνδεσή του από τις επιδόσεις του συλλόγου που αγωνίζεται ο κάθε υποψήφιος για τη διάκριση ποδοσφαιριστής. Με λίγα λόγια δεν έχει πια σημασία αν η ομάδα του παίκτη κατέκτησε έναν ή περισσότερους τίτλους μέσα στη χρονιά, το πρωτάθλημα το κύπελλο ή ακόμη και το Champions League, αν η εθνική ομάδα του ίδιου αθλητή διακρίθηκε σε έναν σημαντικό θεσμό σαν το Παγκόσμιο Κύπελλο, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα ή το Copa America κ.λπ.

Το μόνο που μετράει είναι οι ατομικές επιδόσεις του ποδοσφαιριστή καθιστώντας τα κριτήρια επιλογής εξαιρετικά υποκειμενικά καθώς είναι σχεδόν αδύνατο σε ένα ομαδικό άθλημα - και μάλιστα σε ένα ομαδικό άθλημα σαν το ποδόσφαιρο - να υπολογιστεί η ατομική επίδοση κάποιου. Το πράγμα όμως πέρα από την υποκειμενικότητα της αξιολόγησης γεννά και ένα εύλογο ιδεολογικό ερώτημα. Το συνόψισε σε μια φράση ο μεγαλύτερος δάσκαλος ποδοσφαίρου των ημερών μας, ο Αλσατός προπονητής της Arsenal, Arsène Wenger, εκφράζοντας την απορία "τι νόημα έχει ένα ατομικό βραβείο σε ένα ομαδικό άθλημα;"

Στην εποχή του άγριου καπιταλισμού της ατομικότητας, σε μέρες που απαξιώνεται κάθε συλλογική συμπεριφορά, δράση, επιδίωξη και προοπτική, στα χρόνια που το άτομο -φυσικά το ισχυρό οικονομικά άτομο, ο "κατέχων"- επιβάλλει την θέληση και το συμφέρον του στην κοινωνία, έρχονται θεσμοί σαν τη "Χρυσή Μπάλα" να καλλιεργήσουν ακόμα περισσότερο τη θεοποίηση του ενός σε βάρος των πολλών.

Ειδικότερα ο παιδαγωγικός αντίκτυπος τέτοιων θεσμών και του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζονται, συν την αδικαιολόγητα υπέρμετρη προβολή που έχουν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είναι καταστροφικός. Τα σημερινά πιτσιρίκια αντί να απαντούν στο προαιώνιο ποδοσφαιρικό ερώτημα αν η Μπαρτσελόνα είναι καλύτερη από τη Ρεάλ ή το αντίστροφο, εδώ και δυο μήνες δεν συζητούσαν άλλο παρά αν θα κερδίσει το βραβείο ο Μέσι ή ο Ρονάλντο. Φοβάμαι ότι έτσι μεγαλώνει μια γενιά ανθρώπων που θα πιστεύει πως το μόνο που μετράει είναι η πάρτη μας...

Υ.Γ.: Για την ιστορία τη Χρυσή Μπάλα για το έτος 2013 την κατέκτησε ο Πορτογάλος Κριστιάνο Ρονάλντο. Λεπτομέρεια: η ομάδα του, η Ρεάλ Μαδρίτης, την ίδια χρονιά δεν κατάφερε να κερδίσει ΤΙΠΟΤΑ, ούτε έναν τίτλο...

Ένα αρχαίο παιχνίδι, το Χάος των Taviani και του Pirandello, "T' Aμπαλί" της Λευκάδας και το "Μπαζ" των παιδικών μας παιχνιδιών.

του Νίκου Γ. Λεμονή
 
 
Το "Χάος", με πρωτότυπο τίτλο "Kaos", είναι μια από τις σπουδαιότερες ταινίες των Paolo και Vittorio Taviani. Μοναδικοί σκηνοθέτες οι αδελφοί Ταβιάνι συναντιούνται σ' αυτή την ταινία με μια ανυπέρβλητη φυσιογνωμία της ιταλικής κουλτούρας του 20ου αιώνα, τον Luigi Pirandello στήνοντας πάνω σε μερικές δικές του νουβέλες και στο σικελικό τοπίο (που τόσο επίμονα θυμίζει τη Μάνη ή τις άγονες Κυκλάδες) ένα σπονδυλωτό κινηματογραφικό αριστούργημα.


Στο πρώτο μέρος της ταινίας οι Taviani μεταφέρουν ελαφρώς τροποποιημένη τη πιραντελική νουβέλα ΄"Ο Άλλος Γιος" ("L' Altro Figlio"). Την ιστορία μιας ηλικιωμένης Σικελής που όλοι στο χωριό την έχουν για τρελή. Έχει τρεις γιους εκ των οποίων οι δύο βρίσκονται στην Αμερική μετανάστες, αγνοώντας εδώ και 14 χρόνια τη μητέρα τους. Ο τρίτος γιος, ο "άλλος γιος" του τίτλου, είναι καρπός της ακούσιας και βίαιης σχέσης της μητέρας του με τον Rocco Trupia έναν ληστή της περιοχής που απελευθερώθηκε όταν ο Garibaldi κατέβηκε στην Νότια Ιταλία ως στρατιωτικός ηγέτης του επαναστατικού κινήματος, που έβαλε τις βάσεις για την ένωση της Ιταλίας και την κατάργηση της δυναστείας των Βουρβόνων. "Όταν ο Γαριβάλδης άνοιξε τις φυλακές, όπως αφηγείται η μάνα στην ταινία, βγήκαν οι καλοί, βγήκαν όμως και οι κακοί...". Ανάμεσα στους τελευταίους ο αιμοδιψής ληστής Comizzi (Κομίτσι) και το πρωτοπαλίκαρό του Rocco Trupia (Ρόκο Τρουπία). Αυτοί θα στρατολογήσουν βίαια στην ομάδα τους τον σύζυγο της πρωταγωνίστριας, εκείνος θα τους ξεφύγει και θα επιστρέψει στο σπίτι του, όμως καθώς θα χρειαστεί να φύγει πάλι απ' αυτό για να δουλέψει, θα τον ανακαλύψουν και θα τον σκοτώσουν. Όταν η γυναίκα βγει να τον αναζητήσει θα βρει τον Κομίτσι και τους άντρες του να παίζουν με κεφάλια δολοφονημένων, ανάμεσα σ' αυτά κι εκείνο του συζύγου της, ένα πανάρχαιο παιχνίδι που στα ιταλικά λέγεται "Bocce" (Μπότσε). Ο Κομίτσι θα της επιτεθεί, αλλά θα την γλιτώσει από τα χέρια του ο Ρόκο Τρουπία (προκαλώντας μάλιστα την εξέγερση των ανδρών κατά του δεσποτικού Κομίτσι) και θα την κρατήσει μαζί του, χωρίς πάντως την θέλησή της, μέχρι που θα τον συλλάβουν οι αρχές (κατά τη νουβέλα του Πιραντέλο) ή μέχρι που θα την βαρεθεί (κατά την ταινία των Ταβιάνι). Από τη βίαιη σχέση τους γεννιέται ο τρίτος γιός της γυναίκας αυτής, που παρ' ότι δείχνει πάντα ιδιαίτερη αγάπη για τη μητέρα του, παρ' ότι είναι εργατικός και τίμιος, η μητέρα του τον απεχθάνεται κι αυτό γιατί έχει εκπληκτική φυσική ομοιότητα με τον βιολογικό του πατέρα, πράγμα που την κάνει να τρομοκρατείται όποτε τον βλέπει.

Στην ταινία το παιχνίδι των "bocce", έτσι λέγονται η μικρές μπάλες με τις οποίες παίζεται, έχει κεντρικό ρόλο. Αφ' ενός στην έντονη σκηνή που παίζεται με τα κεφάλια των αποκεφαλισμένων θυμάτων των ληστών, αλλά και στο τέλος του επεισοδίου όταν η πρωταγωνίστρια δείχνει την σταθερή απόφασή της να μην συνδεθεί με τον τρίτο της γιο πετώντας του πίσω, με την ίδια κίνηση των παικτών του παιχνιδιού, κάποια φρούτα που εκείνος της έχει αφήσει.

Οι "Bocce" είναι ίσως το αρχαιότερο εν ζωή παιχνίδι στον πλανήτη. Τα ίχνη του χάνονται πολλές
χιλιετίες προ Χριστού και δείγματα του ίδιου ή παρεμφερών παιχνιδιών έχουμε σε όλους τους γνωστούς πολιτισμούς. Από την Κίνα ως τη Μεσοποταμία, την Αρχαία Αίγυπτο και την Ελλάδα, μέχρι τη ρωμαϊκή εποχή όπου καθίσταται μια από τις δημοφιλέστερες διασκεδάσεις στον ελεύθερο χρόνο των Ρωμαίων ανεξαρτήτως ταξικής ένταξης, πατρικίων και πληβείων. Φυσικά οι μπάλες των πρώτων ήταν πολύ ποιοτικότερες από εκείνες των υπολοίπων. Με τους Ρωμαίους θα διαδοθεί σε όλη την Ευρώπη και στα χρόνια του Μεσαίωνα θα τύχει διαφόρων απαγορεύσεων (κυρίως στη Βρετανία), όπως όλα τα παιχνίδια ή τα αθλήματα με μπάλα, αφ' ενός γιατί αποσπούσε τους άντρες (αν και δεν είναι λίγες οι γυναίκες που επίσης έπαιζαν) από πιο χρήσιμα για στρατιωτικούς σκοπούς γυμνάσματα, όπως η τοξοβολία ή η σκοποβολή, αφ' ετέρου διότι (ήδη από τη ρωμαϊκή εποχή) είχε συνδεθεί με παράνομα στοιχήματα και τζόγο.

Από τις "Bocce" (η λέξη προέρχεται από το ρήμα "bocciare" ("μποτσάρε") που σημαίνει απορρίπτω-διώχνω-εξοστρακίζω) προήλθαν μια σειρά από πολύ διαδεδομένα σήμερα σφαιριστικά παιχνίδια όπως το bowling και τα παιχνίδια του μπιλιάρδου. Και το ίδιο όμως το παιχνίδι γνωρίζει σήμερα μεγάλη άνθιση καθώς έχει πια μετατραπεί σε κανονικό άθλημα, όχι μόνο στην Ιταλία που θεωρείται η σύγχρονη πατρίδα του και οπουδήποτε στον κόσμο βρίσκονται Ιταλοί μετανάστες, αλλά και παντού στον πλανήτη με κυρίαρχες τις χώρες με λατινογενή παράδοση όπως η Γαλλία, η Ισπανία και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, καθώς κι εκείνες της Αδριατικής (Σλοβενία-Κροατία κ.λπ.). Είναι ενταγμένο στο επίσημο πρόγραμμα των Παραολυμπιακών Αγώνων, ενώ μετράει και μια συμμετοχή σαν άθλημα επίδειξης στου Ολυμπιακούς Αγώνες του 1924. Φυσικά έχει τα δικά του εθνικά πρωταθλήματα σε όλες τις κατηγορίες για άνδρες και γυναίκες, τις ευρωπαϊκές και παγκόσμιες διοργανώσεις.

Το παιχνίδι παίζεται συνήθως σε ανοιχτό χώρο, σχεδόν σε κάθε είδος εδάφους, από δύο αντιπάλους
παίκτες ή δύο αντίπαλες ομάδες των δύο, τριών ή το πολύ τεσσάρων παικτών η κάθε μία. Σκοπός τους είναι να πετάξουν τις μπάλες τους (από τέσσερις μπάλες κάθε παίκτης ή κάθε ομάδα) όσο πιο κοντά γίνεται σε ένα μικρότερο μπαλάκι που λέγεται "pallino" ("παλίνο"). Στην προσπάθειά τους αυτή μπορούν να σημαδέψουν τις μπάλες του αντίπαλου παίκτης ή της αντίπαλης ομάδας με σκοπό να τις απομακρύνουν από το μικρό μπαλάκι ή να κάνουν τις δικές τους να το προσεγγίσουν περισσότερο. Γενικά πρόκειται για ένα παιχνίδι υψηλής δεξιοτεχνίας που επιπλέον χρειάζεται άριστη στρατηγική προσέγγιση. Η μπάλες ("μπότσε") πετιούνται με τα χέρια, πίσω από μια ορισμένη γραμμή, αφού πρώτα έχει πεταχτεί το μπαλάκι ("παλίνο") μέσα στο πεδίο του παιχνιδιού.
Υπάρχου δύο τρόποι για να γίνει μία ρίψη και υπάρχουν παίχτες που ειδικεύονται στον έναν ή στον άλλο τρόπο. Ο ένας είναι με κύλιση της μπάλας στο έδαφος από την αρχή της πορείας της και ο άλλος με πέταγμα της μπάλας στον αέρα. Ο δεύτερος τρόπος χρησιμοποιείται κυρίως όταν σκοπός είναι ο εξοστρακισμός μιας μπάλας του αντιπάλου με σκοπό να απομακρυνθεί από το μικρό μπαλάκι. Παλαιότερα οι μπάλες ήταν ξύλινες, ενώ πλέον χρησιμοποιούνται μεταλλικές ή άλλες από συνθετικό υλικό. Σήμερα υπάρχουν δεκάδες παραλλαγές του παιχνιδιού, με διαφορετικά στυλ ρίψης και με διαφορετικές επιδιώξεις, ενώ αναπτύσσονται με βάση τις "bocce" ακόμα και υβριδικά παιχνίδια, όπως το "soccer-bocce" αντικαθιστώντας τις κλασικές μπάλες του παιχνιδιού με μπάλες ποδοσφαίρου και παίζοντας με τα πόδια.

Σε χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία είναι πολύ συνηθισμένη και καθημερινή η εικόνα του παιχνιδιού στα πάρκα ή σε άλλους ελεύθερους χώρους. Καθώς μάλιστα το σπορ είναι πραγματικά κατάλληλο για κάθε ηλικία εντυπωσιάζεσαι βλέποντας ανθρώπους αρκετά ηλικιωμένους να παίζουν με συμπαίκτες ή αντιπάλους πολύ νεότερους.

Στον ελληνικό χώρο πολύ διαδεδομένο υπήρξε μέχρι και τη δεκαετία του '80 στη Λευκάδα, "τ' αμπαλί", που είναι η ντόπια εκδοχή του παιχνιδιού. Με σκοπό και κανόνες σχεδόν ίδιους με εκείνους που παίζεται στην Ιταλία, αποτελούσε κληρονομιά της βενετικής περιόδου του νησιού. "Αμπαλί" έλεγαν οι Λευκαδίτες το μικρό μπαλάκι που έπρεπε να προσεγγίσουν με τις μπάλες τους στην διάρκεια του παιχνιδιού, το "παλίνο" δηλαδή. Από αυτό πήρε το όνομά του το παιχνίδι. Ο τελευταίος χώρος που παιζόταν ήταν έξω απ' το "καφενείο του Πάλλα". Δυστυχώς έχει σχεδόν εκλείψει πια απ' το νησί και κάποιες προσπάθειες για την αναβίωσή του προς το παρόν δεν έχουν αποδώσει.

Παρεμφερές με τις "bocce" παιχνίδι, καλύτερα παιχνίδι της ίδιας ευρείας οικογένειας, υπήρξε στα παιδικά μας χρόνια το περίφημο "Μπαζ-Παράμπαζο" που παίζαμε με λείες πέτρες ή κομμάτια μαρμάρου μέχρι και τις αρχές τις δεκαετίας του '80, συχνά μάλιστα με έπαθλο για τον νικητή παιδικά περιοδικά κόμικς. Το "μπαζ" μαζί με τη μπάλα, τα φυσοκάλαμα, το κρυφτοκούτι, το παιχνίδι με τα "τσιγκάκια" και δυο-τρία ακόμη ανήκε στην κατηγορία των ευρύτερα διαδεδομένων και αγαπημένων παιχνιδιών μας. Να δούμε αν θα έχει την τύχει κι αυτό να σκηνοθετηθεί ποτέ από κάποιον σαν τους Taviani...


Τη νουβέλα του Πιραντέλο (στα ιταλικά) θα την βρείτε εδώ.

Το Kaos με ελληνικούς υπότιτλους (ελαφρώς άθλιους, αλλά υπομονή...) το βλέπετε εδώ.

Ένα υπέροχο τραγούδι από την ίδια ταινία. Όλη τη μουσική της ταινίας την έχει γράψει ο Nicola Piovani.

Ένα πολύ κατατοπιστικό άρθρο για "τ' αμπαλί" της Λευκάδας εδώ.








      
  

Γίγας...

του Νίκου Γ. Λεμονή




Αναφορές για την ύπαρξη τερματοφυλάκων σε ποδοσφαιρικούς αγώνες έχουμε πολύ πριν από την πρώτη κωδικοποίηση των κανόνων του αθλήματος στα 1863. Ακόμα και μερικούς αιώνες πίσω από εκείνη την χρονιά, στα 1400 και στα 1500 έχουμε γραπτές περιγραφές που παρουσιάζουν ποδοσφαιρικά παιχνίδια και αναφέρουν την δυνατότητα που ένας μόνο ποδοσφαιριστής από κάθε ομάδα είχε, να μπορεί να αποκρούσει ή και να μεταφέρει τη μπάλα με τα χέρια του. Παρά ταύτα η πρώτη "θεσμική" καθιέρωση του ρόλου του τερματοφύλακα συμβαίνει με την τροποποίηση των κανόνων παιδιάς ("Laws of the game") από την Αγγλική Ομοσπονδία (F.A.) το έτος 1871.

Στην αρχή ο τερματοφύλακας είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα χέρια του σε όλο το γήπεδο, αργότερα μόνο στο δικό του μισό και από το 1892 κι ύστερα μόνο μέσα στα όρια της δικής του μεγάλης περιοχής. Μέχρι τότε όμως και εφ' όσον μπορούσε να κρατά και να μεταφέρει τη σφαίρα με τα χέρια του στο μισό γήπεδο, οι κανόνες έδιναν τη δυνατότητα στους αντίπαλους ποδοσφαιριστές να τον καταπλακώνουν στην προσπάθειά τους να του αποσπάσουν τη μπάλα, κατά τα συνήθη στον πρώτο ξάδελφο του ποδοσφαίρου, στο ράγκμπι. Αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που για τη θέση του τερματοφύλακα προκρίνονταν οι πιο σωματώδεις από τους ποδοσφαιριστές.

Κανείς όμως δεν υπήρξε ογκωδέστερος από τον William Henry Foulke, που έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο"Fatty", δηλαδή "χοντρούλης", καθώς στη διάρκεια της ποδοσφαιρικής του καριέρας έφτασε να ζυγίζει μέχρι και 170 κιλά για 193 εκατοστά ύψους.

Ο Foulke γεννήθηκε στα 1874 και μετά από ένα σύντομο πέρασμα από το κρίκετ όπου αγωνίστηκε με την ομάδα της περιοχής του Ντέρμπι, έγινε επαγγελματίας τερματοφύλακας και διακρίθηκε ιδιαίτερα με την Σέφιλντ, τον αρχαιότερο ποδοσφαιρικό σύλλογο του πλανήτη, την Τσέλσι, στην οποία μεταγράφηκε έναντι του ποσού των 50 στερλίνων, την Μπράντφορντ, στην οποία έκλεισε την καριέρα του και την Εθνική Αγγλίας.

Το παρουσιαστικό του ήταν τέτοιο που ενέπνεε το φόβο στους αντιπάλους.Λέγεται μάλιστα πως η Σέφιλντ για να τονίζει τις διαστάσεις του έβαζε μόνιμα πίσω από την εστία που αγωνιζόταν δυο μικρά παιδιά, με τον επίσημο τίτλο του ball boy, δηλαδή των παιδιών που τρέχουν για να μαζέψουν τις μπάλες, αλλά στη πραγματικότητα για να δείχνει ανάμεσά τους ο Foulke ακόμα ογκωδέστερος.

Για τον βίο και την πολιτεία του ακούγονται διάφορα ανέκδοτα. Ένα από αυτά και μάλιστα το πιο επιβεβαιωμένο, λέει πως μετά τον πρώτο τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας στα 1902, όπου η Σέφιλντ στην οποία αγωνιζόταν ο "Fatty" αντιμετώπισε την Σαουθάμπτον, βγήκε έξαλλος και γυμνός από τα αποδυτήρια και πήρε στο κυνήγι τον άτυχο διαιτητή της συνάντησης Tom Kirkham, διαμαρτυρόμενος για το οφσάιντ γκολ με το οποίο είχε ισοφαρίσει στα τελευταία λεπτά του αγώνα η Σαουθάμπτον. Ο διαιτητής για να σωθεί χρειάστηκε να κρυφτεί σε έναν φωριαμό του γηπέδου, την πόρτα του οποίου ο Foulke θα ξερίζωνε από τους μεντεσέδες αν δεν επενέβαιναν αρκετοί παράγοντες της ομνοσπονδίας για να εκτονώσουν την κατάσταση. Στον επαναλήπτικο τελικό η Σέφιλντ κατέκτησε το κύπελλο νικώντας με 2-1 μετά από εντυπωσιακή εμφάνιση μάλιστα του τερματοφύλακά τηςWilliam Henry"Fatty" Foulke.

Η μορφή του William Foulke ενέπνεσε ένα θεατρικό χαρακτήρα στα επιθεωρησιακά νούμερα του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα στην Αγγλία. Ήταν ο "Stiffy the Goalkeeper", δηλαδή ο "Στίφι ο Τερματοφύλακας", που δεν έκανε άλλο τίποτα απ' το να τρώει υπερβολικά, να πίνει ανεξέλεγκτα και να δέχεται γκολ με το τσουβάλι. Τον χαρακτήρα ερμήνευε ο καλός ηθοποιός Harry Weldon και υπήρξε πολύ δημοφιλής, αλλά είναι αλήθεια πως λίγη δικαιοσύνη απέδιδε στον αληθινό Foulke, οποίος υπήρξε ένας εξαίρετος τερματοφύλακας που στα χρόνια που έπαιξε κατέκτησε ένα πρωτάθλημα και δύο κύπελα Αγγλίας, ενώ υπήρξε δύο φορές δευτεραθλητής και άλλες δύο φιναλίστ του κυπέλλου.

Ο "Fatty" σταμάτησε το ποδόσφαιρο στα 1907 σε ηλικία 33 ετών και πέθανε μόλις εννιά χρόνια αργότερα την πρωτομαγιά του 1916. Ήταν 42 χρονών και οι εκδοχές για τον θάνατό του διίστανται. Η επίσημη είναι πως υπέκυψε λόγω κίρρωσης του ήπατος. Η ανεπίσημη λέει πως αιτία του θανάτου του υπήρξε μια πνευμονία από την οποία προσεβλήθη ενώ, όντας πάμπτωχος, εργαζόταν  σε ένα πλανόδιο τσίρκο παριστάνοντας τον τερματοφύλακα στο παιχνίδι  "beat the goalie", όπου οι θεατές προσπαθούν να πετύχουν γκολ σε έναν τερματοφύλακα. Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση η ιστορία του δεν διαφέρει καθόλου από άλλους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές εκείνης της εποχής στην βιομηχανική Αγγλία, που ακολουθούσαν τη μοίρα της υπόλοιπης εργατικής τάξης, πεθαίνοντας από αλκοολισμό ή φτώχεια.

Εδώ μια σπάνια ταινία από τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας στα 1901 ανάμεσα στην Σέφιλντ και την Τότεναμ. Ο Foulke βεβαίως ξεχωρίζει εύκολα από τη σωματοδομή του:


 

Τσιμέντο.

 
 του Νίκου Γ. Λεμονή

Είμαι παιδί της Μεταπολίτευσης. Θέλω να πω ότι τα παιδικά μου χρόνια είναι τα χρόνια του δεύτερου μισού της δεκαετίας του '70 και των αρχών εκείνης του '80. Ήδη από τότε στο κέντρο της Αθήνας που μεγάλωσα εγώ, αλλά και στις υπόλοιπες γειτονιές του λεκανοπεδίου, στην Αθήνα ή στον Πειραιά ή στα περίχωρα οι αλάνες ήταν σπάνιο είδος. Όχι ανύπαρκτο σίγουρα, αλλά πάντως αρκετά σπάνιο.
Το παιδικό μας ποδόσφαιρο λοιπόν περισσότερο από χωμάτινο ήταν τσιμεντένιο. Περισσότερο από ποδόσφαιρο αλάνας ήταν ποδόσφαιρο δρόμου κι αυτό γιατί μαζί με τις αλάνες έλειπε και κάτι άλλο: τα πολλά αυτοκίνητα. Στην εποχή μου αν έστηνες ένα "δίτερμα" σε έναν οποιονδήποτε κάπως ολιγοσύχναστο δρόμο της γειτονιάς, μπορούσες να υπολογίζεις βάσιμα πως δεν θα στο διέκοπτε η διέλευση κάποιου οχήματος πάνω από μία ή δύο φορές ανά ημίχρονο.

Όχι πως οι συνθήκες στο δρόμο ήταν ιδανικές, αλλά το ποδόσφαιρο είναι ένα από τα πιο ευπροσάρμοστα αθλητικά παιχνίδια που επινόησε ο ανθρώπινος νους. Παίζεται παντού, σε οποιαδήποτε επιφάνεια, στο χώμα ή στη χλόη, στην άσφαλτο ή στην άμμο, στη στεριά ή - με λίγη φαντασία και αρκετή τεχνική - ακόμα και στη θάλασσα (τουλάχιστον στα ρηχά).
Προφανώς δεν μιλάμε για ποδόσφαιρο με όλες τις τυπικότητες. Με γκολπόστ στις κανονικές διαστάσεις, αγωνιστικό χώρο οριοθετημένο επακριβώς, μπάλες σωστού μεγέθους, πίεσης και βάρους. Πολλές φορές δεν είχαμε τίποτα απ' όλα αυτά. Αλλά δεν τα χρειαζόμασταν κιόλας.

Ο αγωνιστικός χώρος ήταν μια έννοια εξαιρετικά ευπροσάρμοστη. Μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τα πάντα. Ένας δρόμος, μια αυλή, μισή πλατεία, ένα φαρδύ πεζοδρόμιο, κάποιο μεγάλο πλατύσκαλο εκκλησίας ή ένα παρτέρι με χλόη και οποιοσδήποτε άλλος ελεύθερος χώρος προσφερόταν κατά την παιδική φαντασία μας.
Βάσει του χώρου προσαρμόζονταν και οι κανόνες παιδιάς. Μπορούσαμε να παίζουμε διπλό ή μονότερμα, να μετράμε το νικητή με γκολ ή με άλλους τρόπους, όπως πόσες πάσες θα αλλάξουμε χωρίς να πέσει η μπάλα κάτω ή πόσες κεφαλιές θα κερδίσουμε. Μπορεί ακόμα το γήπεδό μας να ήταν ένας τοίχος ή μια μάντρα που κλωτσούσαμε τη μπάλα και οι αντίπαλοι όφειλαν να την επιστρέψουν πίσω σ' εμάς πάλι, αφού όμως πρώτα κι εκείνοι την έκαναν να χτυπήσει στον τοίχο. Κάτι σαν ποδοσφαιρικό σκουός δηλαδή.

Μπορεί ακόμα το γήπεδο σαν στοιχείο ορισμένο και σαφές να μην υπήρχε καν, όπως όταν συναγωνιζόμασταν για το ποιος θα καταφέρει να διανύσει περισσότερα μέτρα παίζοντας ταυτοχρόνως την μπάλα με γκελ στα πόδια του χωρίς φυσικά αυτή να του πέσει στο έδαφος. Σ' ένα τέτοιο παιχνίδι γήπεδο είναι εν δυνάμει όλη η Γη, το σύμπαν ολόκληρο.
Μπορεί το γήπεδο να ήταν μια κυκλική ή ημικυκλική ακτίνα γύρω από έναν στόχο, τον οποίο προσπαθούσαμε να πετύχουμε με κάποιο επιδέξιο σουτ. Στόχος άλλωστε ήταν τα πάντα. Ένα παγκάκι στην πλατεία, ένας κάδος σκουπιδιών, για τους πιο ατίθασους το μπουκάλι με το αναψυκτικό που κρατούσε ο συμμαθητής μας στο χέρι του ή ένας αμέριμνος περαστικός γάτος.

Ύστερα η μπάλα. Ήταν κι αυτή μια πολύ εύπλαστη έννοια. Έχω παίξει ποδόσφαιρο με άδεια πλαστικά μπουκάλια πορτοκαλάδας, με μερικές παλιές κάλτσες διπλωμένες μαζί, με μικρές πέτρες, με βιδωτά καπάκια μπουκαλιών ή τσιγκάκια, με μια σακούλα παραγεμισμένη με άλλες σακούλες, με ένα νεράντζι και άλλη φορά με μία πατάτα, με ένα μπαλόνι, με αλουμινένια κουτάκια μπύρας ή κόκα κόλας, με οποιαδήποτε πλαστική ή  χάρτινη συσκευασία βρισκόταν στη διάθεσή μας. Ναι, ορισμένες φορές έπαιξα και με μπάλα.
Τέλος το τέρμα. Έγραψε κάποτε ο Αλμπέρ Καμύ την πιο εμβληματική και έκτοτε χιλιοειπωμένη αποστροφή για το παιχνίδι: "όλα όσα γνωρίζω γύρω από την ηθική και το χρέος, τα έμαθα από το ποδόσφαιρο". Το ίδιο ακριβώς μπορώ να πω κι εγώ για το τέρμα των παιδικών μας αγώνων. Που περισσότερο από χειροπιαστή οντότητα ήταν μια αφηρημένη ιδέα. Τόσο ευγενής όμως ιδέα που τη σεβόσουν, ακόμα κι όταν αυτός ο σεβασμός μπορούσε να σε οδηγήσει στην ήττα.

Η οριοθέτηση των γκολπόστ στις πλείστες των περιπτώσεων, γινόταν κατά προσέγγιση και κυριολεκτικά επαφιόταν στην εντιμότητά μας. Δυο πέτρες ή οποιαδήποτε δύο άλλα σημάδια, όπως δυο μικρές στοίβες ρούχων ή δύο παγκάκια, δύο κάδοι σκουπιδιών ή απλώς δυο σταθμευμένα αυτοκίνητα στις άκρες του δρόμου, παρίσταναν τα κάθετα δοκάρια. Οριζόντιο δεν υπήρχε και ήταν στη διακριτική μας ευχέρεια να το φανταστούμε ψηλότερο ή χαμηλότερο, αναλόγως του ύψους και των αλτικών ικανοτήτων του εκάστοτε τερματοφύλακα. Συχνά ξεσπούσαν διαφωνίες για την επιτυχημένη ή όχι κατάληξη ενός σουτ, ειδικά όταν αυτό περνούσε πάνω από το τεντωμένο χέρι του τερματοφύλακα.

Έπρεπε να αξιολογήσουμε αν ο τελευταίος, με μια διαφορετική αντίδραση, μια καλύτερη τοποθέτηση και ένα καλύτερο άλμα θα μπορούσε να έχει αποκρούσει. Αν ναι κατακυρωνόταν το γκολ. Αν όχι θεωρούσαμε πως η μπάλα είχε βγει άουτ. Σε κάθε περίπτωση τίποτα δεν προπόνησε και δεν καλλιέργησε πιο πολύ το αίσθημα δικαίου που έχω σαν άνθρωπος απ’ όσο η ιδιομορφία των εστιών του παιδικού μας ποδοσφαίρου.

«Οι ασυμβίβαστοι: λαϊκοί κι αυθόρμητοι, άσωτοι κι αλάνια» - Μέρος πρώτο




του Δημ. Ναπ. Γιαννάτου

 

Ιδιαίτερη θέση στην ποδοσφαιρική μυθολογία της γειτονιάς μας, αποτελούσαν οι …αμφισβητίες. Ενίοτε πολιτικά εκκεντρικοί, αντισυμβατικοί και μοναχικοί! Λαϊκοί, αυθόρμητοι, συχνά …ασουλούπωτοι, άσωτοι κι αλάνια. Καπνίζανε, πίνανε, χαστούκιζαν, αλλά ήταν αυθεντικά ταλέντα και όχι προϊόντα μιας μηχανής. Με τους δικούς τους, «αναρχικούς» κανόνες, δημιουργούσαν μια ιδιότυπη αίγλη γύρω από το όνομά τους. Αποδεκτοί από «δεξιούς» κι από «αριστερούς», ήταν οι …παθιασμένοι αισθηματίες της στρογγυλής θεάς! Οι  απόλυτοι εκφραστές  του «επαναστατικού ρομαντισμού» του ποδοσφαίρου.

 

Συναισθηματικός φόρος τιμής η ανάμνησή τους. Άγγιγμα, στις αμέτρητες ώρες της παιδικής ποδοσφαιρικής ηλικίας μας. Στις ώρες που ξοδέψαμε στα σοκάκια και την πλατεία της γειτονιάς, κλωτσώντας το τόπι, βιώνοντας τον λαϊκό πολιτισμό μας και οραματιζόμενοι τη ζωή που θέλαμε ν’αλλάξουμε…

 

«Πειραιώτες κύριε, Πειραιώτες…»

Αν και αθεράπευτα ΑΕΚτζής, θ’αρχίσω με τον Γιώργο Δεληκάρη.  Παρόλο που ο  Μουράτης, είναι η αρχετυπική μορφή του Ολυμπιακού, εκφράζοντας την αναφορά του Πειραϊκού Σωματείου στα εργατικά και φτωχικά σοκάκια που τον γέννησαν, ο Δεληκάρης ήταν ο απόλυτος μονομάχος ενός προσωπικού, υπαρξιακού αγώνα. Αγώνα που συμβολικά θύμιζε και την ίδια την περιπέτεια της Ελλάδας και του λαού της, τη δεκαετία του ΄70.  Και «συναίνεση» στη χούντα και αντίσταση, «εκσυγχρονισμός» και αποθέωση του Τόμ Πάπας και των διυλιστηρίων, αλλά και προσπάθεια να κρατηθούν οι αυθεντικές αρχές της λαϊκής κουλτούρας. Γρήγορα αυτοκίνητα και μαζικός πολιτισμός αλλά και επιμονή να μην σβήσουν οι αξίες της φιλίας, της ταπεινής αλλά μπεσαλίδικης καταγωγής, της περηφάνιας, της συλλογικότητας. Νταραβέρια με την αεριτζίδικη και παρασιτική εφοπλιστική τάξη, αλλά και απαξίωσής της όταν ο αυταρχισμός και η αλαζονεία της, συνέθλιβε τον άνθρωπο.

Ο Δεληκάρης, αυθεντικός, λαϊκός και μυστηριώδης. Δαντελένιος στο γήπεδο και ατίθασος απέναντι στην κάθε εξουσία, που τον εμπόδιζε να βιώνει την πειραιώτικη αύρα του Ολυμπιακού, όπως την όριζε μοναδικά ο ίδιος. Δημοφιλής και τραγικός, λιμανίσια βεντέτα των περιοδικών της εποχής και θλιμμένος ιππότης της υπαρξιακής του δίνης.  Ο Έλληνας Τζόρτζ Μπέστ, στα λόγια της παρέας. Στις 19 0κτωβρίου 1981, στα 30 του χρόνια σταμάτησε το ποδόσφαιρο, στοιχείο κι αυτό μυθοποίησης και μυστηρίου, αφού ποτέ δεν μάθαμε πραγματικά αν αυτό έγινε για κάποιους κρυφούς ιατρικούς λόγους ή επειδή θέλησε να μείνει αγνός και καθαρός απέναντι στη σαπίλα των παραγόντων.  Άλλωστε δε μας ενδιέφερε και πολύ να το μάθουμε Ο Δεληκάρης ήταν ότι νοιώθαμε. "Είναι ένα μυστικό που θα κρατήσω για τον εαυτό μου. Ίσως δεν το αποκαλύψω ποτέ. Πληγώθηκα, υπέφερα, πονάω ακόμα για την απόφαση να εγκαταλείψω το ποδόσφαιρο", είχε δηλώσει στην τελευταία συνέντευξή του.

Το 1969, από τον Αργοναύτη, στον Ολυμπιακό της καρδιάς του, με 150 χιλιάρικα, αρνούμενος το 1.000.000 δρχ. του Εθνικού. Έγινε ένα με τον κόσμο και τη φανέλα και δήλωνε πάντα Πειραιώτης, ποτέ Αθηναίος. Κάποτε σ' έναν αγώνα στην επαρχία, ο πρόεδρος της τοπικής ομάδας, κολλημένος στα κάγκελα τού φώναξε: «Πούστηδες, Αθηναίοι, εδώ θα γίνει ο τάφος σας». ». Γύρισε ψύχραιμα προς το μέρος του και απάντησε: «Πειραιώτες κύριε, Πειραιώτες…».

Γρήγορα αμάξια, όμορφες γυναίκες και μια καριέρα που «κόπηκε» απότομα, αφού όμως είχε ήδη δώσει πολλά τόσο στον ίδιο, στο ποδόσφαιρο και τους συμπαίκτες του. Ο Δεληκάρης πρωτοστατεί στην εξέγερση των ποδοσφαιριστών του Ολυμπιακού που ζητούν να  τις καθυστερούμενες πληρωμές τους. Σαν πραγματικός ηγέτης, υπογράφει πρωτόκολλο στο οποίο τονίζεται, ότι οι ποδοσφαιριστές δε θα κατέβουν στον επόμενο αγώνα της ομάδας, εάν δεν πληρωθούν. Η προσβολή στην εξουσία της διοίκησης που δεν συγχωρούσε ο ποδοσφαιριστής να έχει προσωπικότητα. Ευαίσθητος και περήφανος, υπέμενε την άγρια παρεμβατικότητα στο ποδόσφαιρο από το δικτατορικό καθεστώς. Ένας από τους «διορισμένους» από την χούντα προπονητές του Ολυμπιακού ήταν ο Λάκης Πετρόπουλος που την περίοδο 1970-1971 τον είχε θέσει εκτός ομάδας παρότι την ίδια περίοδο, ο Δεληκάρης κένταγε  με την Εθνική ομάδα. Χρόνια όμως μετά, θα βρίσκεται στην κηδεία του Πετρόπουλου, δείχνοντας αυτή τη ατόφια λαϊκή συνείδηση που ξέρει να συγχωρεί. Κάθισε στη σκιά, δάκρυσε. Δε μίλησε σχεδόν σε κανέναν. Οι κάμερες και τα μικρόφωνα δεν τον πρόλαβαν.

 

Ήταν ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας του, οι αρνήσεις και οι κόντρες στους  «ισχυρούς» της εποχής – που τον είχαν ανάγκη για να στήνουν τις «λαοφιλείς» εξουσίες τους - προσωπικά και αγωνιστικά, που τον οδήγησαν να σταματήσει το ποδόσφαιρο στην πιο ώριμη ηλικία για ποδοσφαιριστή ; Για μας τους οπαδούς της μικρής γειτονιάς ήταν μια αξία που αδικήθηκε, που έδωσε πολλά, χωρίς την αντίστοιχη αναγνώριση. Όμως ο Δεληκάρης, δεν νοιάζονταν για τα λεφτά αλλά για τη αλαζονεία αυτών που κονομούσαν από τις  αγωνιστικές του αρετές. Ο ίδιος είχε πει: «Δεν απαίτησα χρήματα. Δεν έχω πάρει πριμ ποτέ. Οι λόγοι της απουσίας μου δεν είναι οικονομικοί. Είμαι ευαίσθητος και με επηρέασε η ψυχρή στάση της διοίκησης Σίγουρα πάντως προτίμησε να κρατήσει την αξιοπρέπειά του, παρά να κάνει συμβιβασμούς. Όπως συμβιβασμούς δεν έκανε και με την ψυχή του, όταν διωγμένος από τον Ολυμπιακό, μεταγράφηκε στον …μισητό αντίπαλο Παναθηναϊκό. Λέγεται, μάλιστα, ότι στο πρώτο παιχνίδι, που βρέθηκε αντίπαλος με τους «ερυθρόλευκους», ζήτησε να μην παίξει. Κάθισε στον πάγκο, και όταν του ζητήθηκε να μπει στο δεύτερο ημίχρονο αρνήθηκε. «Θα σε τελειώσω», του είπε ο προπονητής. Η απάντηση του Δεληκάρη ήταν χαρακτηριστική και … λιτή :       «Στ’ αρχ…α  μου», είπε και  κατευθύνθηκε προς την έξοδο του γηπέδου. Άλλωστε η μεταγραφή του στον Παναθηναϊκό, έμοιαζε σαν αντίδραση σε κείνους που ένιωθε πως  του φέρθηκαν σαν σκουπίδι στον Ολυμπιακό ενώ εκείνος πρόσφερε την ψυχή του. Κάποιοι δεν τον ήθελαν με τίποτα στο λιμάνι και ακούστηκε ότι κάποτε είχαν πάει την «Άμεση Δράση» στου Ρέντη για να μην του επιτραπεί να προπονηθεί με την ομάδα. Επέλεξε τον αιώνιο αντίπαλο για να μπει στο μάτι εκείνων που νόμιζαν ότι εξαιτίας της αγάπης του θα τον είχαν εξαρτημένο για πάντα. Έμοιαζε με την ερωτική απιστία κάποιου που πρώτος απατήθηκε, πόνεσε και ήθελε να πληγώσει με το ίδιο νόμισμα, μένοντας πάντα όμως, βαθιά ερωτευμένος με τον πρώτο του δεσμό. Ήταν η αντίστασή του στην αδικία που έβλεπε να πνίγει την ομάδα από τα αποδυτήρια μέχρι τη διοίκηση. Παντού, ψίθυροι, μυστικοπάθεια και μισόλογα. 

 

Από τότε ο μύθος θέριεψε, ο Δεληκάρης χάθηκε. Για δεκαετίες δε γνωρίζαμε τίποτα γι’αυτόν. Μόνο φήμες και υποθέσεις. Από τότε εμφανίζεται από ελάχιστα έως καθόλου διατηρώντας αυτό το συνεσταλμένο ύφος, ενός «καταραμένου ειδώλου». 

Πάντα αναρωτιόμασταν: «Που να βρίσκεται ο Δεληκάρης. Τι να κάνει;» Κατά καιρούς μαθαίναμε ότι ασχολήθηκε με διάφορες επιχειρηματικές δραστηριότητες και δουλειές όχι πάντα πετυχημένες. Αιωρούμενος, ανάμεσα στην επιχειρηματική επιτυχία και στην χρεοκοπία και το κυνήγι του μεροκάματου. (παπούτσια, κόσμημα, εμφιαλωμένα νερά στην Αλβανία με τον φίλο του και μακαρίτη πια, Λάκη Γκλέζο,  ψαροταβέρνα στον Άγιο Νείλο, αυτοκίνητα, απλός εργαζόμενος σε σνακ μπαρ στον Πειραιά, χρηματιστηριακή εταιρεία, κ.α ).

 Μόλις το 2005 εμφανίστηκε στην μπουτίκ του Ολυμπιακού για να υπογράψει κάποια αυτόγραφα, δηλώνοντας μετανοιωμένος που έφυγε το 1978 από τους Πειραιώτες.

 

Να ναι καλά ο Γιώργος Δεληκάρης, όπου κι αν βρίσκεται, ότι κι αν κάνει. Μαζί με τους υπόλοιπους «θεούς της Κυριακής» που χόρευαν στο χορτάρι και μας έκαναν μύστες ενός απαράμιλλου θεατρικού είδους, γεμάτο από μπάλα και ζωή.

 

Συνεχίζεται…

Στο επόμενο : «Χρήστος Αρδίζογλου: ο απόλυτος σουρεαλιστής του ποδοσφαίρου»