Τα μικρά μουντιάλ της ζωής μου (μέρος γ' Αργεντινή 1978).

του Νίκου Γ. Λεμονή

Στην ουσία το Μουντιάλ της Αργεντινής είναι το πρώτο μου αληθινό μουντιάλ. Το πρώτο που το θυμάμαι ολόκληρο ή σχεδόν ολόκληρο, το πρώτο που με αγωνία περίμενα να αρχίσει κάθε ματς, το πρώτο που με έκανε οπαδό μιας συγκεκριμένης εθνικής ομάδας, της Ιταλίας, το πρώτο - και το τελευταίο - που μ' έκανε να αισθάνομαι τύψεις επειδή το παρακολουθούσα φανατικά.

Αιτία γι αυτό μια αφίσα που βρισκόταν στον τοίχο έξω απ' το σπίτι μου, σ' εκείνον μάλιστα τον τοίχο κόντρα στον οποίο κλωτσούσα την μπάλα με παρέα, αλλά και μόνος μου συχνά για να γκελάρει επιστρέφοντας πίσω. Πρωτόγονο μεν αλλά πολύ χρήσιμο παιχνίδι για την βελτίωση της τεχνικής της μεταβίβασης. Τώρα που το σκέφτομαι νομίζω πως θα έπρεπε να αποτίσω τον δέοντα φόρο τιμής σ' εκείνον τον τοίχο για τις άριστες ικανότητές μου ως πασαδόρου...

Τέλος πάντων η αφίσα εκείνη ήταν πολύ χαρακτηριστική. Έδειχνε μια κλασική ασπρόμαυρη μπάλα ποδοσφαίρου που σταδιακά μετατρεπόταν σε νεκροκεφαλή για να θυμίζει πως το Μουντιάλ εκείνης της χρονιάς, στα 1978, γινόταν στην Αργεντινή, στην οποία κυβερνούσε μια σκληρή στρατιωτική χούντα, υπόλογη για βιαιότητες, δολοφονίες, εξαφανίζεις, βασανιστήρια πολιτικών αντιπάλων.  Αυτός ήταν κι ο λόγος που αν και ήμουν κάτι λιγότερο από 11 ετών, αισθανόμουν ήδη τύψεις για το πάθος μου με το ποδόσφαιρο και για τη δύναμη που δεν είχα να μην στέκομαι με μονομανιακό σχεδόν τρόπο μπροστά στην τηλεόραση απολαμβάνοντας κάθε λεπτό των αγώνων.

Πάντως η χούντα του στρατηγού Βιντέλα στέρησε από το Μουντιάλ της Αργεντινής την παρουσία κάποιων σπουδαίων ποιητών του ποδοσφαίρου. Σημαντικότερος εξ αυτών ο γερμανός Πωλ Μπράιτνερ που όντας μαοϊκός αρνήθηκε να συμμετάσχει με την εθνική του στο μουντιάλ που γινόταν σε μια χώρα με χούντα. Δύσκολο να φανταστούμε ανάλογη στάση σήμερα, αλλά στα 1978 η πολιτική ευθύνη ήταν ζήτημα που αφορούσε και τους ποδοσφαιριστές.

Μ' αυτά και μ' αυτά η αντιπάθεια προς την Εθνική Αργεντινής ήταν σχεδόν καθήκον. Σ' εμένα διδάχθηκε σαφώς και χωρίς περιθώρια αντίρρησης από τον πατέρα μου. Έμαθα πως έπρεπε με κάθε τρόπο και εναντίον οποιουδήποτε αντιπάλου να επιθυμώ την ήττα των αργεντινών.

Δύσκολη δουλειά πάντως. Η Αργεντινή εκείνο το Μουντιάλ το κατέκτησε. Εντάξει υπήρξαν και κάποια παρατράγουδα, όπως μια παράξενη νίκη με 6 γκολ επί του Περού που έστειλε τους αργεντινούς στον τελικό, αλλά η αλήθεια είναι πως όσο και αν το  ήθελες αυτούς τους τύπους που ήταν ταυτόχρονα μπαλαδόροι και δολοφόνοι, τεχνίτες και σκληροτράχηλοι, μακρυμάλληδες με φατσούλες περίεργες σα να είχαν βγει μόλις με άδεια από το αναμορφωτήριο να παίξουν μπάλα και να επιστρέψουν πίσω, ήταν λίγο δύσκολο  να τους αντιπαθήσεις ποδοσφαιρικώς.

Όπως ήταν πολύ δύσκολο, ειδικά αν είσαι παιδί 11 ετών να μην γοητευτείς από την εμφάνιση του Περού, λευκή με μια μεγάλη διαγώνια κόκκινη ρίγα, αλλά και τον μάγο της μπάλας με το χαρακτηριστικό όνομα που οδηγούσε την ομάδα αυτή: τον Τεόφιλο Κουμπίλιας, λιγάκι χοντρούλη για ποδοσφαιριστή, αλλά είπαμε, το ποδόσφαιρο δεν είναι ρατσιστικό άθλημα, όλοι χωράνε.

Στο δρόμο για το τρόπαιο η Αργεντινή έχασε έναν μόνο αγώνα, εκείνον κόντρα στην Ιταλία. Έναν αγώνα που δίχασε τη χώρα του τάνγκο, μια χώρα που ο μισός της πληθυσμός είναι ιταλικής καταγωγής. Υπήρχαν οικογένειες που κόπηκαν στα δύο όσο κράτησε το παιχνίδι. Ο πατέρας, πρώτης γενιάς μετανάστης υποστήριζε την Ιταλία κι ο γιος, δεύτερης γενιάς μετανάστης αυτός, ήταν με την Αργεντινή.

Στον τελικό βρέθηκε πάλι η Ολλανδία που έχασε το δεύτερο στη σειρά μουντιάλ της, φυσικά εκ δημοκρατικής υποχρεώσεως στην Ελλάδα, μια χώρα που μόλις πριν από τέσσερα χρόνια είχε βγει από τη δική της χούντα, όλοι ή σχεδόν όλοι υποστηρίζαμε τους Ολλανδούς. Τότε μάλιστα μπορώ να πω ότι στεναχωρήθηκα που έχασαν στην παράταση.

Σήμερα έχω μάθει πια πως η Αργεντινή δεν είναι και δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι, η χώρα του στρατηγού Βιντέλα. Είναι η πατρίδα του Τσε, της ποίησης, του χορού και της μουσικής του τάνγκο, είναι η πραγματική κοιτίδα του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού πολιτισμού. Έχω μάθει επίσης πως το ποδόσφαιρο είναι τέχνη κι η μεγάλη τέχνη λειτουργεί πέρα από τις αντιφάσεις της μικρής μας καθημερινότητας. Σήμερα μπορώ να θαυμάζω πως κλωτσάν την μπάλα αυτά τ' αλάνια από το Rio de la Plata. Επιτέλους χωρίς τύψεις...



 

Τα μικρά μουντιάλ της ζωής μου (μέρος β', Δ.Γερμανία 1974)

του Νίκου Γ. Λεμονή

Το Μουντιάλ του 1974 λέγεται πως άλλαξε την ιστορία του ποδοσφαίρου. Ίσως, όμως εγώ από αυτή τη διοργάνωση θυμάμαι ελάχιστα πράγματα.Για την ακρίβεια έχω μόνο μια πολύ θολή εικόνα στο μυαλό μου. Μάλλον ήταν ο τελικός κι ενώ παρακολουθούσαν οι μεγάλοι (είχαμε πλέον αγοράσει τηλεόραση) εγώ προσπαθούσα να μιμηθώ τους ποδοσφαιριστές βρίσκοντας προφανώς πολύ πιο ενδιαφέρον να παίζεις ο ίδιος παρά να βλέπεις τους άλλους να παίζουν.
Φαντάζομαι πως ήμουν ιδιαίτερα ενοχλητικός για όσους έβλεπαν το ματς, όμως τότε στην προεκσυγχρονιστική Ελλάδα οι άνθρωποι ήταν πολύ ανεκτικοί με ένα παιδί της πρώτης δημοτικού. Έτσι κανείς δεν μου έκανε την παρατήρηση.

Υποθέτω πως επρόκειτο για τον τελικό, διότι η μία ομάδα φορούσε ασπρόμαυρα σαν τη Δ.Γερμανία. Εντάξει στην ασπρόμαυρη οθόνη μας όλα ασπρόμαυρα τα βλέπαμε, αλλά όταν είναι πράγματι σ' αυτά τα χρώματα μια εμφάνιση ξεχωρίζει. Όλοι οι υπόλοιποι χρωματικοί τόνοι αποδίδονταν σε αποχρώσεις του γκρι. Το μπλε πιο σκούρο γκρι απ' το κόκκινο, το κίτρινο πιο ανοιχτό γκρι απ' το γαλάζιο και πάει λέγοντας. Έτσι λοιπόν μια από τις πιο αδιάφορες ενδυματολογικά εθνικές ομάδες, εκείνη της Δυτικής Γερμανίας κατάφερνε να αιχμαλωτίσει το βλέμμα.

Κάπου εδώ τελειώνει η μοναδική προσωπική μου ανάμνηση από το Μουντιάλ του '74. Και κάπου εδώ αρχίζει ο μύθος τον αφηγήσεων των μεγαλυτέρων. Των λίγο μεγαλυτέρων, αδελφών, ξαδέλφων, φίλων που το παρακολούθησαν καλύτερα και πιο εμπεριστατωμένα λόγω της ηλικίας τους.
Αυτοί λένε πρώτα απ' όλα για την Εθνική Ελλάδος, που βεβαίως δεν κατάφερε να φτάσει στη Γερμανία, αν και μάλλον περιείχε την πλέον ταλαντούχα γενιά ποδοσφαιριστών που έβγαλε η ελληνική χερσόνησος. Ονόματα μύθοι: Δεληκάρης, Κούδας, Δομάζος, Μίμης Παπαϊωάννου κι άλλοι πολλοί, ο καθένας ήθελε μια μπάλα μόνος του κι όλοι μαζί κατάφεραν ν' αποκλειστούν από την τελική φάση σχετικά εύκολα.

Ύστερα λένε για τη Δυτική Γερμανία, για τον Μπεκεμπάουερ φυσικά και τους υπολοίπους και κυρίως για έναν τύπο δεινό σκόρερ και κατά τη γνώμη μου περίπου άμπαλο, ονόματι Μύλερ. Γκερτ Μύλερ για την ακρίβεια και πρέπει να το προσδιορίζουμε, διότι το Μύλερ που αν δεν λανθάνω σημαίνει "μυλωνάς" στα γερμανικά, φαίνεται πως είναι τόσο συνηθισμένο επώνυμο στη Γερμανία όσο και το Παπαδόπουλος στην Ελλάδα. Δεν ερμηνεύεται αλλιώς το γεγονός πως σχεδόν ποτέ δεν υπάρχει Εθνική Γερμανίας χωρίς τουλάχιστον έναν Μύλερ στη σύνθεσή της. Αυτός ο μάγκας έβαλε κάμποσα γκολ στη διοργάνωση, τα περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο και έτσι η Δ. Γερμανία κατάφερε να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο στην έδρα της.

Ήταν το 2ο μουντιάλ που κέρδιζαν οι Γερμανοί. Το πρώτο το είχαν κατακτήσει 20 χρόνια νωρίτερα, στα 1954 στην Ελβετία. Και τα δύο έμειναν στην ιστορία και μάλιστα και τα δύο για τον ίδιο λόγο: ο δεύτερος, δηλαδή ο χαμένος του τελικού έγινε θρύλος, ο πρώτος, δηλαδή ο νικητής του τελικού, τουτέστιν οι εθνικές της Δ. Γερμανίας, παρέμεινε μάλλον αδιάφορος. Στην πρώτη περίπτωση ήταν η τεράστια Ουγγαρία του Πούσκας, του Χιντεκούτι, του Κόσιτς, μια ασύλληπτη ομάδα, μύθος της ποδοσφαιρικής ιστορίας. Η δεύτερη ήταν η πορτοκαλί ολλανδοί, του Κρόυφ, του Ρέζεμπρικ, του Νέσκενς, του μεγάλου δασκάλου-προπονητή Ρίνους Μίχελς και τόσων άλλων, που μετέτρεψαν οριστικά, μέσα από ένα παιχνίδι διαρκών εναλλαγών θέσεων ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές, τη μοίρα και τη μορφή του ποδοσφαίρου. Όπως άλλωστε λένε οι μεγαλύτεροι: αν δεν είχε υπάρξει αυτή η ομάδα ό,τι βλέπουμε και ξέρουμε σήμερα για ποδόσφαιρο απλά δεν θα υπήρχε επίσης.

Το Μουντιάλ του '74 τέλειωσε στις 7 Ιουλίου εκείνης της χρονιάς. Λίγες μέρες μετά στην Ελλάδα θα πέσει η χούντα, αφού πρώτα προσφέρει στον τουρκικό ιμπεριαλισμό τη μισή σχεδόν Κύπρο. Με την πτώση της χούντας θα νομιμοποιηθεί μετά από τρεις σχεδόν δεκαετίες το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά μεγαλύτερο ακόμα αντίκτυπο ανάμεσα στους κομμουνιστές του κόσμου, θα έχει ένα από τα ματς εκείνου του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Στις 22 Ιουνίου του 1974 στο Αμβούργο η φτωχή Ανατολική Γερμανία θα κερδίσει με 0-1 τα πλούσια αδέλφια της Δυτικής (δηλαδή εκείνους που σε λίγες μέρες θα κατακτούσαν το Μουντιάλ), δείχνοντας για μια ακόμα φορά ότι στη μπάλα, άρα μπορεί και στη ζωή, δεν κερδίζει πάντα ο πλουσιότερος...



Τα μικρά μουντιάλ της ζωής μου. (μέρος α', Μεξικό 1970)

του Νίκου Γ. Λεμονή

Οι άνθρωποι σαν κι εμένα, πάει να πει εκείνοι που στην πραγματικότητα δεν ενηλικιωθήκαμε ποτέ, που ακόμα πετάμε τη σκούφια μας για μια μπάλα κι ένα δίτερμα στην πλατεία, μετράμε τη ζωή μας με μουντιάλ. Σχεδόν σαν άλλοι αρχαίοι έλληνες που χρονολογούσαν με ολυμπιάδες.

Το πρώτο μου μουντιάλ δεν το θυμάμαι. Δυστυχώς στα 1970 ήμουν μόνο 2,5 ετών, ευτυχώς άλλωστε δεν είχαμε καν τηλεόραση στο σπίτι. Όπως και οι περισσότεροι έλληνες φυσικά.
Ακόμα κι αν είχαμε το μαγικό κουτί, πολύ αμφιβάλω αν θα ήμουν σε θέση να καταλάβω το παραμικρό από έναν αγώνα ποδοσφαίρου ή να συγκρατήσω κάτι στη μνήμη μου.
Λίγο μετά από εκείνα τα χρόνια όμως θυμάμαι καθαρά την εικόνα πολλών ανθρώπων μαζεμένων στα πεζοδρόμια, έξω από τις βιτρίνες των καταστημάτων που πουλούσαν τηλεοράσεις να παρακολουθούν όρθιοι τους σπάνιους ολόκληρους αγώνες που μετέδιδαν τα ελληνικά κανάλια. Θυμάμαι πως προσπαθούσα να τρυπώσω ανάμεσά τους για να βρω μια γωνία να βλέπω ή κάποιον καλόβολο ευεργέτη που με σήκωνε στους ώμους του για να έχω την απόλυτη θέα και τον πατέρα μου βιαστικό πάντα να με τραβάει να φύγουμε αμέσως. Ένα κατάστημα που βρισκόταν Ηπείρου και Πατησίων, απέναντι απ'το Μουσείο ήταν το πιο χαρακτηριστικό. Μαγαζί γωνία με βιτρίνες και στους δυο δρόμους, με πολλές τηλεοράσεις να παίζουν δημιουργούσε το αδιαχώρητο στο πεζοδρόμιο.

Τέλος πάντων, το Μουντιάλ του '70 στο Μεξικό στην ουσία δεν το πρόλαβα κι αυτό θα με στιγματίζει σε όλη μου τη ζωή. Είναι το πιο δυσβάσταχτο βάρος, το μεγαλύτερο όνειδος, η απόλυτη ντροπή, η ολοκληρωτική απαξίωση και ο πλήρης αποσεβασμός που μπορεί να τύχει σε έναν ποδοσφαιρόφιλο. Ας είδες την Ολλανδία του Μίχελς και του Κρόυφ στα 1974 να αλλάζει την ιστορία του ποδοσφαίρου, ας είδες έντεκα αργεντινούς μακρυμάλληδες που ο καλύτερος είχε σκοτώσει τη μάνα του το 1978, ας είδες τον Ταρντέλι να πανηγυρίζει τέσσερα χρόνια αργότερα και τον Μαραντόνα το '86 να ντριμπλάρει ολόκληρο το εγγλέζικο έθνος από τον μικροπωλητή του Νότινγκ Χιλ μέχρι τον αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι, ας είδες τον Μπάτζο και τον Ρομάριο, τον Ζιντάν ή τον Ματέους, τον Ριβάλντο ή τον Κασίγιας. Αν δεν είδες το Μουντιάλ του '70 θα πρέπει εις τους αιώνας των αιώνων να ανέχεσαι τη συγκαταβατική αποστροφή των γεροντότερων: "α... εσείς δεν προλάβατε το μουντιάλ του '70..."

Διότι το Μουντιάλ του '70, δεν είναι ποδοσφαιρική διοργάνωση, δεν είναι γεγονός, δεν είναι καν ιστορικό συμβάν. Όχι. Το Μουντιάλ του '70 είναι τίτλος σπουδών, αυτό που ξεχωρίζει τον πρύτανη του πανεπιστημίου από τον λειτουργικά αναλφάβητο. Είναι γαλόνι που διαφοροποιεί τον στρατηγό απ' τον δεκανέα. Είναι το υπέρτατο μέτρο αξιολόγησης που ξεχωρίζει τον επαΐοντα από τον αδαή, τον εμβριθή απ'τον αλμπάνη, τον ηθικό απ' τον εκμαυλισμένο.

Στο Μουντιάλ του '70 φαίνεται πως σταμάτησε ο ποδοσφαιρικός χρόνος, φαίνεται πως το σπορ αυτό τότε και μόνο τότε έφτασε σε δυσθεώρητα ύψη κι ύστερα απότομα βυθίστηκε στα τάρταρα. Στο Μουντιάλ του '70 έλαμψε ο Πελέ, ο Τοστάο, ο Ρίβα, ο Μπεκεμπάουερ. Ονόματα μυθικά, τόσο πολύ μυθικά που φορές-φορές σκέφτεσαι μήπως δεν υπήρξαν πραγματικά, μήπως είναι πλάσματα της φαντασίας του Τόλκιν από τις σελίδες του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών ή έστω βγαλμένα από τις περιπέτειες της Ζίνα.

Όντας μεγάλος οπαδός του ιταλικού ποδοσφαίρου και της Εθνικής Ιταλίας και ενθυμούμενος τη Squadra Azzurra να κατακτά δύο (2) Μουντιάλ αρκετά πιο μετά από εκείνο του '70 στο οποίο είχε χάσει στον τελικό με 4-1 από τη Βραζιλία, είχα την ελπίδα πως τουλάχιστον στην ιταλική χερσόνησο δεν θα βασίλευε η ίδια με την ελληνική υστερία περί του εν λόγω μουντιάλ. Εις μάτην... Διαπίστωσα σύντομα πως ο ημιτελικός του '70 Ιταλία-Γερμανία 4-3 είναι η κορωνίδα των ποδοσφαιρικών φετίχ της γείτονος. Ολόκληρες γενιές ανθρώπων ταυτίζουν εκείνον τον αγώνα με τον εαυτό τους. Υμνήθηκε από σκηνοθέτες, μουσικούς και τραγουδοποιούς, εικαστικούς, ποιητές. Ταυτίστηκε με την κοινωνική ιστορία της γενιάς της αμφισβήτησης του '60. Έγινε το ορόσημο της προσωπικής ζωής των ανθρώπων. Η συμβολική αναφορά στη χαμένη αθωότητα και στις παιδικές φιλίες, έγινε με δυο λόγια το σύμβολο των πάντων. Αδύνατο να βγει απ'το μυαλό όσων έζησαν το ματς και αδύνατο για όλους εμάς του υπόλοιπους να καταλάβουμε.

Παίζω μπάλα από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου, βλέπω μπάλα ακόμα νωρίτερα, ζω απ'τη μπάλα, αγαπάω τη μπάλα, ξέρω μπάλα.
Όχι! Χίλιες φορές Όχι. Αφού δεν είδα αυτό το ματς, δεν ξέρω τίποτα. Και να σου πω κάτι: μπορεί να μην έχουν κι άδικο...