Παραμονές του πολέμου.

Το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Ποδοσφαίρου Ανδρών της περιόδου 1940-'41 θα γινόταν με το ίδιο σύστημα που είχε διεξαχθεί και τα προηγούμενα χρόνια. Πράγματι ξεκίνησε με τη διεξαγωγή των τοπικών πρωταθλημάτων, Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης και Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης.
Από αυτά τα πρωταθλήματα θα προκρίνονταν οι ομάδες που θα συμμετείχαν στην τελική φάση του πρωταθλήματος, με ένα σύστημα που αδικούσε κατάφορα τα πειραϊκά σωματεία, καθώς από την 1η κατηγορία του πειραϊκού πρωταθλήματος προκρίνονταν για το πανελλήνιο μόνο τρεις ομάδες σε σύνολο επτά συμμετοχών, ενώ από το αντίστοιχο αθηναϊκό προκρίνονταν πέντε σε σύνολο οκτώ σωματείων που συμμετείχαν και από τη Θεσσαλονίκη τρεις στις έξι συμμετοχές.
Η προοπτική ήταν να διεξαχθεί η τελική φάση σε δύο ομίλους έναν ενιαίο του Νότου και έναν του Βορρά χωρισμένο με τη σειρά του σε δύο υποομίλους (Θεσσαλονίκης και Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης) οι νικητές των δύο αυτών ομίλων βορρά-νότου θα διεκδικούσαν σε διπλούς τελικούς τον τίτλο του Πρωταθλητή Ελλάδος.
Για να συμπτυχθεί κάπως το πρόγραμμα αποφασίστηκε οι σύλλογοι που είχαν αναμετρηθεί μεταξύ τους στα τοπικά πρωταθλήματα να μην ξανασυναντηθούν, αλλά να μεταφέρουν τα αποτελέσματά τους στο πανελλήνιο πρωτάθλημα.
Ήδη από τη σεζόν 1937-'38 ίσχυε το σύστημα βαθμολογίας 3(για τον νικητή)-2(στην ισοπαλία)- 1(για τον ηττημένο) που έδινε τη δυνατότητα στην ομοσπονδία να μηδενίσει τις ομάδες που δεν κατέβαιναν να αγωνιστούν.

Τα τοπικά πρωταθλήματα ξεκίνησαν την Κυριακή 6 Οκτωβρίου. Πρόλαβαν να γίνουν τρεις αγωνιστικές, στις οποίες ξεχώρισε στον Πειραιά ο Ολυμπιακός με τρεις νίκες (η μία μάλιστα απέναντι στον Εθνικό με 2-0), εννέα βαθμούς και γκολ 13-0, στην Αθήνα ο Απόλλωνας και η ΑΕΚ επίσης με τρεις νίκες, εννέα βαθμούς και τέρματα 14-1 και 12-2 αντίστοιχα, ενώ στη Θεσσαλονίκη προηγείται ο Άρης και ο ΠΑΟΚ με οκτώ βαθμούς, δύο νίκες έκαστος και μία ισοπαλία στη μεταξύ τους συνάντηση στην έδρα του ΠΑΟΚ.

Τελευταίοι αγώνες για εκείνη τη χρονιά ήταν οι συναντήσεις Άρης-ΜΕΝΤ Τούμπας και Ηρακλής-Μέγας Αλέξανδρος 1-0. Τα ξημερώματα της επομένης η Ελλάδα μπαίνει στον πόλεμο, όλα τα πρωταθλήματα διακόπτονται και το ποδόσφαιρο πληρώνει βαρύ φόρο αίματος. Στο μέτωπο, στην Εθνική Αντίσταση και στον Εμφύλιο που ακολουθεί θα χαθούν πολλοί νέοι και σπουδαίοι ποδοσφαιριστές.

Η ομάδα που περισσότερο πισωγύρισε λόγω του πολέμου υπήρξε η ΑΕΚ. Η καλύτερη ίσως γενιά ποδοσφαιριστών της (Τζανετής-Δελαβίνιας-Μαρόπουλος κ.λπ.) είδε να χάνονται τα πιο χρήσιμα ποδοσφαιρικά τους χρόνια στον κυκλώνα της εποχής.

Τα μικρά μουντιάλ της ζωής μου (μέρος γ' Αργεντινή 1978).

του Νίκου Γ. Λεμονή

Στην ουσία το Μουντιάλ της Αργεντινής είναι το πρώτο μου αληθινό μουντιάλ. Το πρώτο που το θυμάμαι ολόκληρο ή σχεδόν ολόκληρο, το πρώτο που με αγωνία περίμενα να αρχίσει κάθε ματς, το πρώτο που με έκανε οπαδό μιας συγκεκριμένης εθνικής ομάδας, της Ιταλίας, το πρώτο - και το τελευταίο - που μ' έκανε να αισθάνομαι τύψεις επειδή το παρακολουθούσα φανατικά.

Αιτία γι αυτό μια αφίσα που βρισκόταν στον τοίχο έξω απ' το σπίτι μου, σ' εκείνον μάλιστα τον τοίχο κόντρα στον οποίο κλωτσούσα την μπάλα με παρέα, αλλά και μόνος μου συχνά για να γκελάρει επιστρέφοντας πίσω. Πρωτόγονο μεν αλλά πολύ χρήσιμο παιχνίδι για την βελτίωση της τεχνικής της μεταβίβασης. Τώρα που το σκέφτομαι νομίζω πως θα έπρεπε να αποτίσω τον δέοντα φόρο τιμής σ' εκείνον τον τοίχο για τις άριστες ικανότητές μου ως πασαδόρου...

Τέλος πάντων η αφίσα εκείνη ήταν πολύ χαρακτηριστική. Έδειχνε μια κλασική ασπρόμαυρη μπάλα ποδοσφαίρου που σταδιακά μετατρεπόταν σε νεκροκεφαλή για να θυμίζει πως το Μουντιάλ εκείνης της χρονιάς, στα 1978, γινόταν στην Αργεντινή, στην οποία κυβερνούσε μια σκληρή στρατιωτική χούντα, υπόλογη για βιαιότητες, δολοφονίες, εξαφανίζεις, βασανιστήρια πολιτικών αντιπάλων.  Αυτός ήταν κι ο λόγος που αν και ήμουν κάτι λιγότερο από 11 ετών, αισθανόμουν ήδη τύψεις για το πάθος μου με το ποδόσφαιρο και για τη δύναμη που δεν είχα να μην στέκομαι με μονομανιακό σχεδόν τρόπο μπροστά στην τηλεόραση απολαμβάνοντας κάθε λεπτό των αγώνων.

Πάντως η χούντα του στρατηγού Βιντέλα στέρησε από το Μουντιάλ της Αργεντινής την παρουσία κάποιων σπουδαίων ποιητών του ποδοσφαίρου. Σημαντικότερος εξ αυτών ο γερμανός Πωλ Μπράιτνερ που όντας μαοϊκός αρνήθηκε να συμμετάσχει με την εθνική του στο μουντιάλ που γινόταν σε μια χώρα με χούντα. Δύσκολο να φανταστούμε ανάλογη στάση σήμερα, αλλά στα 1978 η πολιτική ευθύνη ήταν ζήτημα που αφορούσε και τους ποδοσφαιριστές.

Μ' αυτά και μ' αυτά η αντιπάθεια προς την Εθνική Αργεντινής ήταν σχεδόν καθήκον. Σ' εμένα διδάχθηκε σαφώς και χωρίς περιθώρια αντίρρησης από τον πατέρα μου. Έμαθα πως έπρεπε με κάθε τρόπο και εναντίον οποιουδήποτε αντιπάλου να επιθυμώ την ήττα των αργεντινών.

Δύσκολη δουλειά πάντως. Η Αργεντινή εκείνο το Μουντιάλ το κατέκτησε. Εντάξει υπήρξαν και κάποια παρατράγουδα, όπως μια παράξενη νίκη με 6 γκολ επί του Περού που έστειλε τους αργεντινούς στον τελικό, αλλά η αλήθεια είναι πως όσο και αν το  ήθελες αυτούς τους τύπους που ήταν ταυτόχρονα μπαλαδόροι και δολοφόνοι, τεχνίτες και σκληροτράχηλοι, μακρυμάλληδες με φατσούλες περίεργες σα να είχαν βγει μόλις με άδεια από το αναμορφωτήριο να παίξουν μπάλα και να επιστρέψουν πίσω, ήταν λίγο δύσκολο  να τους αντιπαθήσεις ποδοσφαιρικώς.

Όπως ήταν πολύ δύσκολο, ειδικά αν είσαι παιδί 11 ετών να μην γοητευτείς από την εμφάνιση του Περού, λευκή με μια μεγάλη διαγώνια κόκκινη ρίγα, αλλά και τον μάγο της μπάλας με το χαρακτηριστικό όνομα που οδηγούσε την ομάδα αυτή: τον Τεόφιλο Κουμπίλιας, λιγάκι χοντρούλη για ποδοσφαιριστή, αλλά είπαμε, το ποδόσφαιρο δεν είναι ρατσιστικό άθλημα, όλοι χωράνε.

Στο δρόμο για το τρόπαιο η Αργεντινή έχασε έναν μόνο αγώνα, εκείνον κόντρα στην Ιταλία. Έναν αγώνα που δίχασε τη χώρα του τάνγκο, μια χώρα που ο μισός της πληθυσμός είναι ιταλικής καταγωγής. Υπήρχαν οικογένειες που κόπηκαν στα δύο όσο κράτησε το παιχνίδι. Ο πατέρας, πρώτης γενιάς μετανάστης υποστήριζε την Ιταλία κι ο γιος, δεύτερης γενιάς μετανάστης αυτός, ήταν με την Αργεντινή.

Στον τελικό βρέθηκε πάλι η Ολλανδία που έχασε το δεύτερο στη σειρά μουντιάλ της, φυσικά εκ δημοκρατικής υποχρεώσεως στην Ελλάδα, μια χώρα που μόλις πριν από τέσσερα χρόνια είχε βγει από τη δική της χούντα, όλοι ή σχεδόν όλοι υποστηρίζαμε τους Ολλανδούς. Τότε μάλιστα μπορώ να πω ότι στεναχωρήθηκα που έχασαν στην παράταση.

Σήμερα έχω μάθει πια πως η Αργεντινή δεν είναι και δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι, η χώρα του στρατηγού Βιντέλα. Είναι η πατρίδα του Τσε, της ποίησης, του χορού και της μουσικής του τάνγκο, είναι η πραγματική κοιτίδα του παγκόσμιου ποδοσφαιρικού πολιτισμού. Έχω μάθει επίσης πως το ποδόσφαιρο είναι τέχνη κι η μεγάλη τέχνη λειτουργεί πέρα από τις αντιφάσεις της μικρής μας καθημερινότητας. Σήμερα μπορώ να θαυμάζω πως κλωτσάν την μπάλα αυτά τ' αλάνια από το Rio de la Plata. Επιτέλους χωρίς τύψεις...



 

Τα μικρά μουντιάλ της ζωής μου (μέρος β', Δ.Γερμανία 1974)

του Νίκου Γ. Λεμονή

Το Μουντιάλ του 1974 λέγεται πως άλλαξε την ιστορία του ποδοσφαίρου. Ίσως, όμως εγώ από αυτή τη διοργάνωση θυμάμαι ελάχιστα πράγματα.Για την ακρίβεια έχω μόνο μια πολύ θολή εικόνα στο μυαλό μου. Μάλλον ήταν ο τελικός κι ενώ παρακολουθούσαν οι μεγάλοι (είχαμε πλέον αγοράσει τηλεόραση) εγώ προσπαθούσα να μιμηθώ τους ποδοσφαιριστές βρίσκοντας προφανώς πολύ πιο ενδιαφέρον να παίζεις ο ίδιος παρά να βλέπεις τους άλλους να παίζουν.
Φαντάζομαι πως ήμουν ιδιαίτερα ενοχλητικός για όσους έβλεπαν το ματς, όμως τότε στην προεκσυγχρονιστική Ελλάδα οι άνθρωποι ήταν πολύ ανεκτικοί με ένα παιδί της πρώτης δημοτικού. Έτσι κανείς δεν μου έκανε την παρατήρηση.

Υποθέτω πως επρόκειτο για τον τελικό, διότι η μία ομάδα φορούσε ασπρόμαυρα σαν τη Δ.Γερμανία. Εντάξει στην ασπρόμαυρη οθόνη μας όλα ασπρόμαυρα τα βλέπαμε, αλλά όταν είναι πράγματι σ' αυτά τα χρώματα μια εμφάνιση ξεχωρίζει. Όλοι οι υπόλοιποι χρωματικοί τόνοι αποδίδονταν σε αποχρώσεις του γκρι. Το μπλε πιο σκούρο γκρι απ' το κόκκινο, το κίτρινο πιο ανοιχτό γκρι απ' το γαλάζιο και πάει λέγοντας. Έτσι λοιπόν μια από τις πιο αδιάφορες ενδυματολογικά εθνικές ομάδες, εκείνη της Δυτικής Γερμανίας κατάφερνε να αιχμαλωτίσει το βλέμμα.

Κάπου εδώ τελειώνει η μοναδική προσωπική μου ανάμνηση από το Μουντιάλ του '74. Και κάπου εδώ αρχίζει ο μύθος τον αφηγήσεων των μεγαλυτέρων. Των λίγο μεγαλυτέρων, αδελφών, ξαδέλφων, φίλων που το παρακολούθησαν καλύτερα και πιο εμπεριστατωμένα λόγω της ηλικίας τους.
Αυτοί λένε πρώτα απ' όλα για την Εθνική Ελλάδος, που βεβαίως δεν κατάφερε να φτάσει στη Γερμανία, αν και μάλλον περιείχε την πλέον ταλαντούχα γενιά ποδοσφαιριστών που έβγαλε η ελληνική χερσόνησος. Ονόματα μύθοι: Δεληκάρης, Κούδας, Δομάζος, Μίμης Παπαϊωάννου κι άλλοι πολλοί, ο καθένας ήθελε μια μπάλα μόνος του κι όλοι μαζί κατάφεραν ν' αποκλειστούν από την τελική φάση σχετικά εύκολα.

Ύστερα λένε για τη Δυτική Γερμανία, για τον Μπεκεμπάουερ φυσικά και τους υπολοίπους και κυρίως για έναν τύπο δεινό σκόρερ και κατά τη γνώμη μου περίπου άμπαλο, ονόματι Μύλερ. Γκερτ Μύλερ για την ακρίβεια και πρέπει να το προσδιορίζουμε, διότι το Μύλερ που αν δεν λανθάνω σημαίνει "μυλωνάς" στα γερμανικά, φαίνεται πως είναι τόσο συνηθισμένο επώνυμο στη Γερμανία όσο και το Παπαδόπουλος στην Ελλάδα. Δεν ερμηνεύεται αλλιώς το γεγονός πως σχεδόν ποτέ δεν υπάρχει Εθνική Γερμανίας χωρίς τουλάχιστον έναν Μύλερ στη σύνθεσή της. Αυτός ο μάγκας έβαλε κάμποσα γκολ στη διοργάνωση, τα περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο και έτσι η Δ. Γερμανία κατάφερε να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο στην έδρα της.

Ήταν το 2ο μουντιάλ που κέρδιζαν οι Γερμανοί. Το πρώτο το είχαν κατακτήσει 20 χρόνια νωρίτερα, στα 1954 στην Ελβετία. Και τα δύο έμειναν στην ιστορία και μάλιστα και τα δύο για τον ίδιο λόγο: ο δεύτερος, δηλαδή ο χαμένος του τελικού έγινε θρύλος, ο πρώτος, δηλαδή ο νικητής του τελικού, τουτέστιν οι εθνικές της Δ. Γερμανίας, παρέμεινε μάλλον αδιάφορος. Στην πρώτη περίπτωση ήταν η τεράστια Ουγγαρία του Πούσκας, του Χιντεκούτι, του Κόσιτς, μια ασύλληπτη ομάδα, μύθος της ποδοσφαιρικής ιστορίας. Η δεύτερη ήταν η πορτοκαλί ολλανδοί, του Κρόυφ, του Ρέζεμπρικ, του Νέσκενς, του μεγάλου δασκάλου-προπονητή Ρίνους Μίχελς και τόσων άλλων, που μετέτρεψαν οριστικά, μέσα από ένα παιχνίδι διαρκών εναλλαγών θέσεων ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές, τη μοίρα και τη μορφή του ποδοσφαίρου. Όπως άλλωστε λένε οι μεγαλύτεροι: αν δεν είχε υπάρξει αυτή η ομάδα ό,τι βλέπουμε και ξέρουμε σήμερα για ποδόσφαιρο απλά δεν θα υπήρχε επίσης.

Το Μουντιάλ του '74 τέλειωσε στις 7 Ιουλίου εκείνης της χρονιάς. Λίγες μέρες μετά στην Ελλάδα θα πέσει η χούντα, αφού πρώτα προσφέρει στον τουρκικό ιμπεριαλισμό τη μισή σχεδόν Κύπρο. Με την πτώση της χούντας θα νομιμοποιηθεί μετά από τρεις σχεδόν δεκαετίες το Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά μεγαλύτερο ακόμα αντίκτυπο ανάμεσα στους κομμουνιστές του κόσμου, θα έχει ένα από τα ματς εκείνου του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Στις 22 Ιουνίου του 1974 στο Αμβούργο η φτωχή Ανατολική Γερμανία θα κερδίσει με 0-1 τα πλούσια αδέλφια της Δυτικής (δηλαδή εκείνους που σε λίγες μέρες θα κατακτούσαν το Μουντιάλ), δείχνοντας για μια ακόμα φορά ότι στη μπάλα, άρα μπορεί και στη ζωή, δεν κερδίζει πάντα ο πλουσιότερος...



Τα μικρά μουντιάλ της ζωής μου. (μέρος α', Μεξικό 1970)

του Νίκου Γ. Λεμονή

Οι άνθρωποι σαν κι εμένα, πάει να πει εκείνοι που στην πραγματικότητα δεν ενηλικιωθήκαμε ποτέ, που ακόμα πετάμε τη σκούφια μας για μια μπάλα κι ένα δίτερμα στην πλατεία, μετράμε τη ζωή μας με μουντιάλ. Σχεδόν σαν άλλοι αρχαίοι έλληνες που χρονολογούσαν με ολυμπιάδες.

Το πρώτο μου μουντιάλ δεν το θυμάμαι. Δυστυχώς στα 1970 ήμουν μόνο 2,5 ετών, ευτυχώς άλλωστε δεν είχαμε καν τηλεόραση στο σπίτι. Όπως και οι περισσότεροι έλληνες φυσικά.
Ακόμα κι αν είχαμε το μαγικό κουτί, πολύ αμφιβάλω αν θα ήμουν σε θέση να καταλάβω το παραμικρό από έναν αγώνα ποδοσφαίρου ή να συγκρατήσω κάτι στη μνήμη μου.
Λίγο μετά από εκείνα τα χρόνια όμως θυμάμαι καθαρά την εικόνα πολλών ανθρώπων μαζεμένων στα πεζοδρόμια, έξω από τις βιτρίνες των καταστημάτων που πουλούσαν τηλεοράσεις να παρακολουθούν όρθιοι τους σπάνιους ολόκληρους αγώνες που μετέδιδαν τα ελληνικά κανάλια. Θυμάμαι πως προσπαθούσα να τρυπώσω ανάμεσά τους για να βρω μια γωνία να βλέπω ή κάποιον καλόβολο ευεργέτη που με σήκωνε στους ώμους του για να έχω την απόλυτη θέα και τον πατέρα μου βιαστικό πάντα να με τραβάει να φύγουμε αμέσως. Ένα κατάστημα που βρισκόταν Ηπείρου και Πατησίων, απέναντι απ'το Μουσείο ήταν το πιο χαρακτηριστικό. Μαγαζί γωνία με βιτρίνες και στους δυο δρόμους, με πολλές τηλεοράσεις να παίζουν δημιουργούσε το αδιαχώρητο στο πεζοδρόμιο.

Τέλος πάντων, το Μουντιάλ του '70 στο Μεξικό στην ουσία δεν το πρόλαβα κι αυτό θα με στιγματίζει σε όλη μου τη ζωή. Είναι το πιο δυσβάσταχτο βάρος, το μεγαλύτερο όνειδος, η απόλυτη ντροπή, η ολοκληρωτική απαξίωση και ο πλήρης αποσεβασμός που μπορεί να τύχει σε έναν ποδοσφαιρόφιλο. Ας είδες την Ολλανδία του Μίχελς και του Κρόυφ στα 1974 να αλλάζει την ιστορία του ποδοσφαίρου, ας είδες έντεκα αργεντινούς μακρυμάλληδες που ο καλύτερος είχε σκοτώσει τη μάνα του το 1978, ας είδες τον Ταρντέλι να πανηγυρίζει τέσσερα χρόνια αργότερα και τον Μαραντόνα το '86 να ντριμπλάρει ολόκληρο το εγγλέζικο έθνος από τον μικροπωλητή του Νότινγκ Χιλ μέχρι τον αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι, ας είδες τον Μπάτζο και τον Ρομάριο, τον Ζιντάν ή τον Ματέους, τον Ριβάλντο ή τον Κασίγιας. Αν δεν είδες το Μουντιάλ του '70 θα πρέπει εις τους αιώνας των αιώνων να ανέχεσαι τη συγκαταβατική αποστροφή των γεροντότερων: "α... εσείς δεν προλάβατε το μουντιάλ του '70..."

Διότι το Μουντιάλ του '70, δεν είναι ποδοσφαιρική διοργάνωση, δεν είναι γεγονός, δεν είναι καν ιστορικό συμβάν. Όχι. Το Μουντιάλ του '70 είναι τίτλος σπουδών, αυτό που ξεχωρίζει τον πρύτανη του πανεπιστημίου από τον λειτουργικά αναλφάβητο. Είναι γαλόνι που διαφοροποιεί τον στρατηγό απ' τον δεκανέα. Είναι το υπέρτατο μέτρο αξιολόγησης που ξεχωρίζει τον επαΐοντα από τον αδαή, τον εμβριθή απ'τον αλμπάνη, τον ηθικό απ' τον εκμαυλισμένο.

Στο Μουντιάλ του '70 φαίνεται πως σταμάτησε ο ποδοσφαιρικός χρόνος, φαίνεται πως το σπορ αυτό τότε και μόνο τότε έφτασε σε δυσθεώρητα ύψη κι ύστερα απότομα βυθίστηκε στα τάρταρα. Στο Μουντιάλ του '70 έλαμψε ο Πελέ, ο Τοστάο, ο Ρίβα, ο Μπεκεμπάουερ. Ονόματα μυθικά, τόσο πολύ μυθικά που φορές-φορές σκέφτεσαι μήπως δεν υπήρξαν πραγματικά, μήπως είναι πλάσματα της φαντασίας του Τόλκιν από τις σελίδες του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών ή έστω βγαλμένα από τις περιπέτειες της Ζίνα.

Όντας μεγάλος οπαδός του ιταλικού ποδοσφαίρου και της Εθνικής Ιταλίας και ενθυμούμενος τη Squadra Azzurra να κατακτά δύο (2) Μουντιάλ αρκετά πιο μετά από εκείνο του '70 στο οποίο είχε χάσει στον τελικό με 4-1 από τη Βραζιλία, είχα την ελπίδα πως τουλάχιστον στην ιταλική χερσόνησο δεν θα βασίλευε η ίδια με την ελληνική υστερία περί του εν λόγω μουντιάλ. Εις μάτην... Διαπίστωσα σύντομα πως ο ημιτελικός του '70 Ιταλία-Γερμανία 4-3 είναι η κορωνίδα των ποδοσφαιρικών φετίχ της γείτονος. Ολόκληρες γενιές ανθρώπων ταυτίζουν εκείνον τον αγώνα με τον εαυτό τους. Υμνήθηκε από σκηνοθέτες, μουσικούς και τραγουδοποιούς, εικαστικούς, ποιητές. Ταυτίστηκε με την κοινωνική ιστορία της γενιάς της αμφισβήτησης του '60. Έγινε το ορόσημο της προσωπικής ζωής των ανθρώπων. Η συμβολική αναφορά στη χαμένη αθωότητα και στις παιδικές φιλίες, έγινε με δυο λόγια το σύμβολο των πάντων. Αδύνατο να βγει απ'το μυαλό όσων έζησαν το ματς και αδύνατο για όλους εμάς του υπόλοιπους να καταλάβουμε.

Παίζω μπάλα από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου, βλέπω μπάλα ακόμα νωρίτερα, ζω απ'τη μπάλα, αγαπάω τη μπάλα, ξέρω μπάλα.
Όχι! Χίλιες φορές Όχι. Αφού δεν είδα αυτό το ματς, δεν ξέρω τίποτα. Και να σου πω κάτι: μπορεί να μην έχουν κι άδικο...

"...Μας πήγανε πλημμέλημα επί διαταράξει..."


του Νίκου Γ. Λεμονή

To Avellino είναι μια μικρή ιταλική πόλη στην επαρχία της Campania κοντά στην Napoli.  Έχει πληθυσμό γύρω στις 55 χιλιάδες κατοίκους που όμως μαζί με την ευρύτερη περιοχή της επαρχίας του ξεπερνούν κατά πολύ τις 400 χιλιάδες. Παρά το μικρό, για τα ιταλικά δεδομένα μέγεθός της, η πόλη έχει ωραία ποδοσφαιρική παράδοση. Η τοπική ομάδα Unione Sportiva Avellino ή απλούστερα Avellino απέκτησε εξαιρετική φήμη όταν από το 1978 μέχρι και το 1988 αγωνιζόταν για δέκα συνεχόμενα χρόνια στην Α' Εθνική Κατηγορία της Ιταλίας. Μάλιστα ανάμεσα στους ποδοσφαιριστές που αγωνίστηκαν στο Avellino εκείνα τα χρόνια συναντάμε και τον δικό μας Νίκο Αναστόπουλο, τον πρώτο μετά από πάρα πολλά χρόνια και πριν την κατάργηση των "ποδοσφαιρικών συνόρων" Έλληνα που έπαιξε στο εξωτερικό και μάλιστα στο σημαντικότερο εκείνη την εποχή πρωτάθλημα του κόσμου.
 
Calcio in stradaΠέρυσι στο Avellino έγιναν δημοτικές εκλογές και από αυτές αναδείχτηκε δήμαρχος ο Paolo Foti, εκπρόσωπος του Δημοκρατικού Κόμματος (Partito Democratico) δηλαδή της Κεντροαριστεράς παράταξης. Ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 10 Ιουνίου του 2013 και η πρώτη του απόφαση ως δήμαρχου, μόλις λίγες μέρες μετά, υπήρξε η απαγόρευση του ποδοσφαίρου στους δρόμους και στις κεντρικές πλατείες της πόλης, προσθέτοντας έτσι κι εκείνος το λιθαράκι του στη μακρά ιστορία των κατά καιρούς και κατά τόπους απαγορεύσεων του ποδοσφαίρου. Προφανώς η πόλη δεν είχε άλλα πιο επείγοντα προβλήματα, οπότε ο δήμαρχος έσπευσε να νομοθετήσει κατά των πιτσιρικάδων που παίζουν μπάλα στους δρόμους και διαταράσσουν την κοινωνική γαλήνη, ησυχία και ασφάλεια.  
 
Στην απόφαση προβλέπεται διοικητικό πρόστιμο από 50 έως 200 ευρώ και επιπλέον «la confisca del pallone e/o attrezzatura usata per giocare», δηλαδή «η κατάσχεση της μπάλας ή/και του εξοπλισμού του παιχνιδιού».  Ποιος να είναι άραγε ο εξοπλισμός για να στήσει κανείς ένα «διπλό» στο δρόμο ή σε μια πλατεία; Τι να εννοεί άραγε ο δήμαρχος; Το μπουφάν, την τσάντα ή τις πέτρες που αφήνουμε κάτω αντί για δοκάρι οριοθετώντας το τέρμα; Τα γάντια που φοράει ο τερματοφύλακας (που σιγά μη φοράει δηλαδή, αλλά λέμε); Ή μήπως τα παπούτσια των παιδιών που κλωτσάνε τη μπάλα; Άβυσσος οι ψυχές των δημάρχων...  Ας το θυμόμαστε τώρα που έρχονται αυτοδιοικητικές εκλογές και στο μεταξύ ας αφιερώσουμε στα παιδιά του Avellino ένα τραγουδάκι του Ζαμπέτα, που ταιριάζει στην περίπτωση και στα πλημμελήματά τους... 



Barrilete Cosmico δηλαδή: Διαστημικός Χαρταετός...

Το θυμόμαστε όλοι, είναι το ομορφότερο γκολ στην ιστορία του ποδοσφαίρου και φυσικά το πέτυχε ο μεγαλύτερος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών, ο Diego Armando Maradona. Στο μουντιάλ του 1986 στο Μεξικό κόντρα στην Αγγλία, μόλις λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο των Φώκλαντς, ανάμεσα στα δύο κράτη. Στον αγώνα είχε προηγηθεί ένα γκολ πάλι του Maradona, αλλά με το χέρι αυτή τη φορά. Για την αντίθεση ανάμεσα στα δυο αυτά γκολ ο Jorge Valdano, ένας από τους λίγους αξιόλογους συμπαίκτες του Diego σ' εκείνη την εθνική Αργεντινής, είπε πως δείχνει πολύ καλά τον πραγματικό χαρακτήρα του Αργεντινής. Μιας χώρας που η πονηριά εκτιμάται πιο πολύ απ' την εντιμότητα, αλλά και που ταυτοχρόνως η τέχνη, η ικανότητα και η ομορφιά  θεωρούνται υπέρτατες αξίες. Το τελικό σκορ ήταν 2-1 για τους αργεντινούς που πήραν και την πρόκριση για τον επόμενο γύρο και στο τέλος κατέκτησαν και τον τίτλο.

Από αυτό το γκολ όμως στις ισπανόφωνες χώρες έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη συλλογική μνήμη η ραδιοφωνική περιγραφή του. Δια στόματος Victor Hugo Morales, ενός σπουδαίου ποδοσφαιρικού ραδιοσχολιαστή της Αργεντινής. Σ' αυτόν οφείλεται και ο χαρακτηρισμός "barillete cosmico", δηλαδή: διαστημικός χαρταετός, που δόθηκε στον Maradona από τον δημοσιογράφο μόλις μετά την επίτευξη του γκολ και από τότε αυτή η έκφραση σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής σημαίνει το συγκεκριμένο τέρμα. 





Εδώ βλέπουμε τη φάση με τον σχολιασμό του Morales και από κάτω μεταφράζω πρόχειρα τη μετάδοσή του:
 
 

¨Εκεί την έχει ο Μαραντόνα. Τον μαρκάρουν δύο, οδηγεί τη μπάλα. Ανεβαίνει από δεξιά η ιδιοφυία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Φτάνει στα δύο τρίτα του γηπέδου. Μπορεί να πασάρει στον Μπουρουτσάγκα...πάντα Μαραντόνα. Ιδιοφυία, ιδιοφυία, ιδιοφυία...Τα...τα...τα... Γκοοοολ!!!!!!!! Γκοοοοολ!!!!! Θέλω να κλάψω! Θεέ μου!!! Ζήτω το ποδόσφαιρο!!! Γκολάάάάάρα!!! Ντιεγκόόόλ!!! Μαραντόνα!!! Είναι για να κλαίει κανείς, συγγχωρέστέ με, ο Μαραντόνα, σε μια εκπληκτική κούρσα, στην καλύτερη ενέργεια όλων των εποχών. Διαστημικέ χαρταετέ, από ποιον πλανήτη ήρθες; Για ν' αφήσεις πίσω στον δρόμο σου τόσους Άγγλους, για να κάνεις στο δρόμο σου όλη τη χώρα μια γροθιά που ουρλιάζει για την Αργεντινή. Αργεντινή 2 - Αγγλία 0. Ντιεγκοοολ! Ντιεγκοοολ! Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα. Ευχαριστώ Θεέ μου! Για το ποδόσφαιρο, για τον Μαραντόνα, γι αυτά τα δάκρυα, γι αυτό το Αργεντινή Αγγλία 2-0..."
   

Ο άγριος καπιταλισμός του ατομισμού και της "Χρυσής Μπάλας".

                                                         του Νίκου Γ. Λεμονή


Η Χρυσή Μπάλα είναι ένα βραβείο που απονέμεται κάθε χρόνο, στο τέλος του ημερολογιακού έτους, στο καλύτερο ποδοσφαιριστή του κόσμου για τη χρονιά που πέρασε.
Η ιστορία του θεσμού είναι σχετικά μεγάλη. Ξεκίνησε σαν διάκριση θεσπισμένη από το γαλλικό περιοδικό France Football στα 1956 και αφορούσε στον καλύτερο ευρωπαίο ποδοσφαιριστή.

Αργότερα το βραβείο άρχισε να απονέμεται και σε ποδοσφαιριστές που αγωνίζονταν στην Ευρώπη, ακόμη και αν δεν ήταν ευρωπαίοι, ενώ από 2009 και ύστερα συγχωνεύθηκε με ένα αντίστοιχο θεσμό βράβευσης της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, της FIFA δηλαδή, μετονομάστηκε σε FIFA Ballon d' Or, δηλαδή Χρυσή Μπάλα FIFA και δίνεται πλέον στον καλύτερο ποδοσφαιριστή του κόσμου, ανεξαρτήτως εθνικότητας και σημείου του πλανήτη στο οποίο αγωνίζεται. Βέβαια δεδομένης της συγκέντρωσης του ποδοσφαιρικού οικονομικού κεφαλαίου στους ευρωπαϊκούς συλλόγους, μέχρι σήμερα δεν έχει τύχει να κερδηθεί η Χρυσή Μπάλα από παίκτη που να αγωνίζεται σε κάποιο εκτός Ευρώπης πρωτάθλημα.

Η τελευταίες αλλαγές στον θεσμό συνεπέφεραν και μια σειρά από αλλαγές στα κριτήρια βάσει των οποίων απονέμεται το βραβείο. Η ουσιαστικότερη και συμβολικότερη από αυτές είναι η πλήρης αποσύνδεσή του από τις επιδόσεις του συλλόγου που αγωνίζεται ο κάθε υποψήφιος για τη διάκριση ποδοσφαιριστής. Με λίγα λόγια δεν έχει πια σημασία αν η ομάδα του παίκτη κατέκτησε έναν ή περισσότερους τίτλους μέσα στη χρονιά, το πρωτάθλημα το κύπελλο ή ακόμη και το Champions League, αν η εθνική ομάδα του ίδιου αθλητή διακρίθηκε σε έναν σημαντικό θεσμό σαν το Παγκόσμιο Κύπελλο, το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα ή το Copa America κ.λπ.

Το μόνο που μετράει είναι οι ατομικές επιδόσεις του ποδοσφαιριστή καθιστώντας τα κριτήρια επιλογής εξαιρετικά υποκειμενικά καθώς είναι σχεδόν αδύνατο σε ένα ομαδικό άθλημα - και μάλιστα σε ένα ομαδικό άθλημα σαν το ποδόσφαιρο - να υπολογιστεί η ατομική επίδοση κάποιου. Το πράγμα όμως πέρα από την υποκειμενικότητα της αξιολόγησης γεννά και ένα εύλογο ιδεολογικό ερώτημα. Το συνόψισε σε μια φράση ο μεγαλύτερος δάσκαλος ποδοσφαίρου των ημερών μας, ο Αλσατός προπονητής της Arsenal, Arsène Wenger, εκφράζοντας την απορία "τι νόημα έχει ένα ατομικό βραβείο σε ένα ομαδικό άθλημα;"

Στην εποχή του άγριου καπιταλισμού της ατομικότητας, σε μέρες που απαξιώνεται κάθε συλλογική συμπεριφορά, δράση, επιδίωξη και προοπτική, στα χρόνια που το άτομο -φυσικά το ισχυρό οικονομικά άτομο, ο "κατέχων"- επιβάλλει την θέληση και το συμφέρον του στην κοινωνία, έρχονται θεσμοί σαν τη "Χρυσή Μπάλα" να καλλιεργήσουν ακόμα περισσότερο τη θεοποίηση του ενός σε βάρος των πολλών.

Ειδικότερα ο παιδαγωγικός αντίκτυπος τέτοιων θεσμών και του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζονται, συν την αδικαιολόγητα υπέρμετρη προβολή που έχουν από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είναι καταστροφικός. Τα σημερινά πιτσιρίκια αντί να απαντούν στο προαιώνιο ποδοσφαιρικό ερώτημα αν η Μπαρτσελόνα είναι καλύτερη από τη Ρεάλ ή το αντίστροφο, εδώ και δυο μήνες δεν συζητούσαν άλλο παρά αν θα κερδίσει το βραβείο ο Μέσι ή ο Ρονάλντο. Φοβάμαι ότι έτσι μεγαλώνει μια γενιά ανθρώπων που θα πιστεύει πως το μόνο που μετράει είναι η πάρτη μας...

Υ.Γ.: Για την ιστορία τη Χρυσή Μπάλα για το έτος 2013 την κατέκτησε ο Πορτογάλος Κριστιάνο Ρονάλντο. Λεπτομέρεια: η ομάδα του, η Ρεάλ Μαδρίτης, την ίδια χρονιά δεν κατάφερε να κερδίσει ΤΙΠΟΤΑ, ούτε έναν τίτλο...