Η μπάλα στον ελληνικό κινηματογράφο.

Το ποδόσφαιρο με την όλο και αυξανόμενη δημοφιλία του από τη δεκαετία του 1950 κι ύστερα απασχόλησε συχνά τον ελληνικό κινηματογράφο, άλλοτε κρατώντας κεντρικό ρόλο στα σενάρια, άλλοτε σαν δευτερεύον στοιχείο της κινηματογραφικής πλοκής, άλλοτε πάλι σαν σκηνική αναφορά με ιδιαίτερη βαρύτητα.
Αναφορές στο ποδόσφαιρο λοιπόν ή ταινίες όπου το ποδόσφαιρο είναι το κεντρικό θέμα έχουμε σε όλη την πορεία του ελληνικού σινεμά και μάλιστα σε κάθε σχεδόν είδος του. Έργα του "λαϊκού" κινηματογράφου γυρίζονται με θέμα τη μπάλα, αλλά και ταινίες με καλλιτεχνικές απαιτήσεις αναφέρονται συχνά στο παιχνίδι.
Πρώτο και μεγαλύτερο παράδειγμα ταινίας αφιερωμένης εξ ολοκλήρου στο ποδόσφαιρο και κυρίως στους πρωταγωνιστές του, τους ποδοσφαιριστές, είναι  οι Κυριακάτικοι Ήρωες, με εναλλακτικό τίτλο "Οι Άσσοι των Γηπέδων". Πρόκειται για την πρώτη ταινία ενός πολύ σημαντικού Έλληνα σκηνοθέτη, του Βασίλη Γεωργιάδη, που γυρίστηκε στα 1956 και στην οποία πρωταγωνιστούν (αν και με ντουμπλαρισμένη φωνή) οι ίδιοι οι ποδοσφαιριστές ινδάλματα της εποχής. Ο Μουράτης, ο Λινοξυλάκης, ο Πετρόπουλος, ο Μανταλόζης και πολλοί΄άλλοι. Είναι μια πρώτη και πρωτοποριακή για την εποχή της προσπάθεια καταγραφής του κοινωνικού φαινομένου του ποδοσφαίρου και μάλλον της κοινωνίας της εποχής μέσω του ποδοσφαίρου, αν και από την εταιρία παραγωγής διαφημίζεται ως "αισθηματική", "κοινωνική" και "αθλητική", λίγο απ' όλα δηλαδή...


Από τις Ελληνίδες ηθοποιούς πάντως, εκείνη που βρίσκεται πολύ στενά συνδεδεμένη στον κινηματογράφο με το ποδόσφαιρο είναι η Μελίνα. Πρωταγωνιστεί σε δύο ταινίες που το παιχνίδι της μπάλας έχει σημαίνουσα παρουσία. Και στις δύο η χρήση του ποδοσφαίρου στην κινηματογραφική γλώσσα γίνεται για να τονιστεί η λαϊκή κοινωνική ένταξη των πρωταγωνιστών που εμπλέκονται μ' αυτό, δείγμα του γεγονότος πως ανέκαθεν το ποδόσφαιρο ταυτιζόταν στην Ελλάδα με τις λαϊκές μάζες. Λαϊκότερο φυσικά σωματείο από το Ολυμπιακό του κατ' εξοχήν λαϊκού τότε Πειραιά δεν υπάρχει. Έτσι στη "Στέλλα" του Μιχάλη Κακογιάννη η ομώνυμη λαϊκή τραγουδίστρια σχετίζεται με τον Μίλτο, "τον καλύτερο κυνηγό" του Ολυμπιακού που υποδύεται ο Γιώργος Φούντας και τελικά από το δικό του μαχαίρι σκοτώνεται. Η Στέλλα είναι παραγωγή του 1955 και παρότι έτυχε εξαιρετικής υποδοχής και πολλών βραβείων στο εξωτερικό, προκάλεσε αντιδράσεις στην Ελλάδα. Ο χαρακτήρας της πρωταγωνίστριας που εκφράζει ένα ισχυρό γυναικείο θέλω, αν και ανάγεται σε τραγική ηρωίδα αρχαίου δράματος, ξένισε την συντηρητική και ανδροκρατούμενη ακόμη ελληνική κοινωνία της εποχής. Ακόμα και από την Αριστερά ακούστηκαν κριτικές φωνές κατά του έργου, που δεν εστίαζαν πάντως στην ελευθεριότητα της "Στέλλας", αλλά περισσότερο στην ατομικότητα της συμπεριφοράς της και στην μοιρολατρική πορεία της προς τον θάνατο.

 
 
Στο "Ποτέ την Κυριακή" του Ζυλ Ντασέν, που γυρίστηκε στα 1960, η Μελίνα Μερκούρη είναι η Ίλια, μια ιερόδουλος στο λιμάνι του Πειραιά, όπου κάθε καλοκαίρι παρακολουθεί φανατικά τις παραστάσεις αρχαίου δράματος του Φεστιβάλ Αθηνών στο Ηρώδειο, αλλάζοντας όμως στο μυαλό της τις ιστορίες και δίνοντάς τους συνήθως ευτυχισμένο τέλος. Έχει δε τον απαράβατο κανόνα να μην δέχεται ποτέ πελάτες τις Κυριακές, από 'κει άλλωστε και ο τίτλος του έργου. Γνωρίζεται με τον Όμερ έναν Αμερικανό διανοούμενο που επηρεασμένος από τις φροϋδικές θεωρίες και την απολύτως ιδεαλιστική εικόνα που έχει για την Ελλάδα, προσπαθεί να μετατρέψει την Ίλια σε "καθώς πρέπει" κυρία και γι αυτό επεμβαίνει και επιβάλλει αλλαγές στην καθημερινότητά της. Βγάζει από τον τοίχο του σπιτιού της τη φωτογραφία της ενδεκάδας του Ολυμπιακού και της απαγορεύει να ακούει λαϊκά τραγούδια. Όταν η Ίλια θα ανακαλύψει πως ο καλοπροαίρετος Όμερ χρηματοδοτείται για τις έρευνές του από τον σκληρότερο "προστάτη" του λιμανιού, θα εξεγερθεί και θα οργανώσει σε εξέγερση και τις υπόλοιπες ιερόδουλες. Σπάει τότε τους κανόνες που της έχει επιβάλει ο Όμερ και στην πιο εμβληματική σκηνή του ελληνικού κινηματογράφου για το ποδόσφαιρο, ανασύρει την κρυμμένη κάτω απ' το κομοδίνο της φωτογραφία της ομάδας του Ολυμπιακού και βάζει στο ηλεκτρόφωνο ένα λαϊκό τραγούδι για την ομάδα της καρδιάς της. Είναι τα Παιδιά του Πειραιά, του Μάνου Χατζιδάκι, που θα κερδίσει το όσκαρ μουσικής, θα κάνει την ταινία διάσημη απανταχού του πλανήτη και τον Ολυμπιακό την πρώτη ομάδα-σύμβολο του παγκόσμιου σινεμά.
 
 
 
 
Ο Θανάσης Βέγγος αν και ολυμπιακός από τα παιδικά του χρόνια (όπως δήλωνε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Ολυμπιακός Αγών στις 8/1/1966) ντύνεται φανατικός οπαδός τους Παναθηναϊκού για τις ανάγκες της ταινίας "Ο Τρελλάρας" στα 1963. Εκεί γνωρίζεται στο γήπεδο με τον μελλοντικό πεθερό του (στο ρόλο ο Κώστας Δούκας)  ο οποίος είναι για κακή τύχη του Θανάση εξίσου φανατικός οπαδός του Ολυμπιακού. Η σύγκρουση αυτή θα οδηγήσει τον πρωταγωνιστή μας στο ψυχιατρείο, αλλά αργότερα στην αγκαλιά της αγαπημένης του Μαρίνας. Στην ταινία μάλιστα βλέπουμε μερικές σπάνιες εικόνες από αγώνες Παναθηναϊκού-Ολυμπιακού στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας στην δεκαετία του '60.
 
 
 
Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα στα 1972, ο Αλέκος Σακελλάριος γράφει και σκηνοθετεί τη Ρένα Βλαχοπούλου, σε μια σάτιρα της ελληνικής ποδοσφαιρικής πραγματικότητας της εποχής, που εστιάζει κυρίως στο νέο τότε φαινόμενο του κατακλυσμού των ελληνικών γηπέδων από αλλοδαπούς ποδοσφαιριστές που υποτίθεται είχαν απώτερη ελληνική καταγωγή. Ένας από αυτούς, ο Χούλιο Μπάλμας που στην ταινία ερμηνεύεται από τον Νίκο Γαλανό θα βρεθεί στο δρόμο της μοδίστρας Ρένας και θα συνδεθεί συναισθηματικά με την κόρη της, παρά της αντιρρήσεις της μαμάς. Ευχάριστη ταινία με ωραίες, "σακελλαριακές" ατάκες και με το πολύ εύστοχο εύρημα να παρουσιάζονται οι εκπρόσωποι του "Κοκκιναϊκού", του "Πρασιναϊκού" και του "Κιτριναϊκού" (σαφής αλληγορία του Ολυμπιακού, του Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ) ντυμένοι με κόκκινα, πράσινα και κίτρινα κουστούμια αντιστοίχως, ενώ ερίζουν για την απόκτηση του μάγου της μπάλας Χούλιο. Αξέχαστη φυσικά η σκηνή όπου ο ίδιος ο Αλέκος Σακελλάριος σε ρόλο ένθερμου οπαδού του ΠΑΟ στις κερκίδες της Λεωφόρου, ξεπλέκει από αγωνία και νευρικότητα το πουλόβερ του.
 
 


 
 
 
 (συνεχίζεται...)

Σαν σήμερα δολοφονήθηκε από το εμφυλιακό καθεστώς ο Νίκος Γόδας.

Σαν σήμερα πριν 64 χρόνια δολοφονήθηκε στο Λαζαρέτο της Κέρκυρας ο Νίκος Γόδας. Λοχαγός του ΕΛΑΣ Πειραιά, πρωταγωνιστής σε όλες τις σημαντικές μάχες της Εθνικής Αντίστασης στην ευρύτερη περιοχή, στην περίφημη μάχη της Ηλεκτρικής και σ΄εκείνη της Ανάστασης. Κοκκινιώτης με μικρασιατική καταγωγή, σπουδαίο δεξί χαφ του Ολυμπιακού στα χρόνια της κατοχής. Τελευταία του επιθυμία να φορά τη στιγμή της εκτέλεσής του την ερυθρόλευκη φανέλα. Έτσι κι έγινε. Ο Ολυμπιακός Σύνδεσμος Φιλάθλων Πειραιώς τιμά σήμερα τη μνήμη του. Εδώ η σχετική ανακοίνωση:

"Ο Ολυμπιακός Σ.Φ.Π. τιμά σήμερα τη μνήμη του Νίκου Γόδα, του ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού ο οποίος στις 19 Νοεμβρίου 1948 εκτελέστηκε στο Λαζαρέτο της Κέρκυρας φορώντας την ερυθρόλευκη φανέλα όπως ήταν η τελευταία του επιθυμία.
Ο Νίκος Γόδας πολέμησε τους Γερμανούς κατακτητές στην Ηλεκτρική και στην Ανάσταση στο Κερατσίνι, στην Κοκκινιά, στο Πέραμα με θάρρος και αυταπάρνηση.
Με ακόμη μεγαλύτερο θάρρος και με ολυμπιακή υπερηφάνεια αντιμετώπισε το εκτελεστικό απόσπασμα και τον θάνατο, υποχρεώνοντας ακόμη και τους εχθρούς του να υποκλιθούν στο μεγαλείο του.
Μία ιστορική στιγμή με τόσους συμβολισμούς, δύναμη και πίστη σε μεγάλα ιδανικά.

Ολυμπιακός Σ.Φ.Π."


Εδώ ένα ενδιαφέρον σύντομο αφιέρωμα στον Νίκο, από το "Ερυθρόλευκο Μετερίζι" του Γιώργου Κεντρωτή. 

Carlo Airoldi, από το Milano στην Αθήνα με τα πόδια...

Ο Carlo Airoldi έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά του αθλητή της εποχής του. Μιας εποχής που ο αθλητισμός αντιμετωπίζεται περισσότερο σα λαϊκό θέαμα και οι αθλητές δείχνουν τις ικανότητές τους σε τοπικά πανηγύρια και γιορτές, όπως οι πλανόδιοι σαλτιμπάγκοι, οι θεατρίνοι και οι μουσικοί. Που  η εξειδίκευση σε πολλά γνωστικά αντικείμενα και ανθρώπινες δραστηριότητες είναι ακόμη περιορισμένη και που στον αθλητισμό παραμένει άγνωστη, καθώς ο ίδιος αθλητής μπορεί να καταπιάνεται με μια σειρά από διαφορετικά σπορ και αγωνίσματα, άλλοτε συναφή μεταξύ τους όπως οι δρόμοι μεγάλων αποστάσεων και η ποδηλασία, άλλοτε πάλι εντελώς ξεχωριστά και με διαφορετικές αθλητικές απαιτήσεις, όπως η πάλη ή η άρση βαρών και οι δρόμοι αντοχής. Αυτά άλλωστε ήταν τα αθλήματα- λαϊκά θεάματα με τα οποία είχε ασχοληθεί κι ο Carlo Airoldi που γεννήθηκε στα 1869 στο Origgio του Varese, λίγο βορειότερα από το Μιλάνο στην όμορφη περιοχή των λιμνών της Βόρειας Ιταλίας, κοντά στα ιταλοελβετικά σύνορα.

Ως δρομέας και ποδηλάτης συμμετείχε σε μια σειρά από αγώνες με εξαιρετικά αποτελέσματα, συγκεντρώνοντας 108 πρώτες νίκες. Κορυφαία του στιγμή όμως θεωρείται η επικράτησή του στον υπερμαραθώνιο Τορίνο - Μασσαλία - Βαρκελώνη, έναν αγώνα δώδεκα σταθμών που διεξήχθη στα 1895 και σε συνολική απόσταση 1050 χιλιομέτρων. Στην εκκίνηση βρέθηκαν τριάντα αθλητές, αλλά στο τέλος  τερμάτισαν μόλις δύο. Ο μαρσεγιέζος Louis Orteque και ο Carlo Airoldi, με τη διαφορά ότι τον πρώτο τον κουβαλούσε στους ώμους του ο δεύτερος, καθώς ο Γάλλος λίγο πριν από τον τερματισμό έπεσε εξαντλημένος στο δρόμο. Όταν ο Airoldi είδε τι είχε συμβεί, γύρισε πίσω, φορτώθηκε τον Orteque στην πλάτη του και τερμάτισε φωνάζοντας στους κριτές του αγώνα πως ο ίδιος είναι πρώτος κι ο Γάλλος συναθλητής του δεύτερος.  Από εκείνον τον αγώνα ο Airoldi κέρδισε ένα αναμνηστικό κύπελλο και το μάλλον ευτελές ποσό των δύο χιλιάδων πεσετών.

Την επόμενη χρονιά, στα 1896, θα θελήσει να τρέξει στους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Στον Μαραθώνιο φυσικά. Το ζήτημα όμως δεν είναι τόσο απλό. Τα έξοδα για το ταξίδι στην Ελλάδα πολλά και δύσκολα μπορεί κάποιος να τα καλύψει. Ούτε καν ένας καταξιωμένος αθλητής όπως αυτός. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως οι περισσότερες από τις ξένες αποστολές στους αγώνες, όπως η βρετανική, η γαλλική ή η αμερικάνική αποτελούνται από «πλουσιόπαιδα» της εποχής. Μιας εποχής εξ άλλου που ο αθλητισμός έχει ακόμη σαφώς ελιτίστικα - σχεδόν αριστοκρατικά- χαρακτηριστικά.

Η λύση βρίσκεται στη συνεργασία του Carlo με μια τοπική εφημερίδα του Milano η οποία προσφέρεται να χρηματοδοτήσει το ταξίδι του στην Αθήνα. Η χρηματοδότηση βεβαίως είναι τόσο μικρή που δεν του επιτρέπει να ταξιδέψει προς την Ελλάδα παρά μόνο με τα ...πόδια. Σε αντάλλαγμα ο Airoldi θα στείλει στην εφημερίδα μια σειρά ανταποκρίσεις από τον δρόμο.

Ξεκίνησε στις 23 Φεβρουαρίου από το Milano για να βρεθεί στις 9 Μαρτίου στο Σπλιτ βαδίζοντας κατά μέσο όρο 60 με 90 χιλιόμετρα κάθε μέρα. Στο Σπλιτ συμμετέχει σε έναν αγώνα γύρω από τα τείχη της παλιάς πόλης, αντιμετωπίζοντας τον τοπικό πρωταθλητή. Κερδίζει, αλλά οι Κροάτες που είχαν στοιχηματίσει υπέρ του πρωταθλητή τους τον απειλούν με μαχαίρι και έτσι όχι μόνο αναγκάζεται να επιστρέψει το κερδισμένο στοίχημα, αλλά του κλέβουν και τις προμήθειες του σε τρόφιμα για το ταξίδι. Συνεχίζει να βαδίζει την δαλματική ακτή προς τα νότια, αλλά όταν φτάνει κοντά στα αλβανικά βουνά τον συμβουλεύουν να μην δοκιμάσει να τα διασχίσει πεζός, καθώς βρίθουν από ομάδες ληστών. Έτσι θα βρεθεί σε ένα πλοίο και λίγες μέρες μετά θα αποβιβαστεί στην Πάτρα. Από εκεί περπατώντας πάνω στην σιδηροδρομική γραμμή, καθώς άλλος δρόμος τότε δεν υπήρχε, φτάνει στην Αθήνα στις 2 Απριλίου, ακριβώς 39 μέρες αφότου ξεκίνησε από το Milano.

Στην Αθήνα όμως θα διαλυθούν σε μια στιγμή όλα του τα όνειρα, καθώς όταν εμφανίζεται για να δηλώσει συμμετοχή στον Μαραθώνιο, τον πληροφορούν ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός, διότι είχε βραβευθεί με χρηματικό έπαθλο (αυτές τις ασήμαντες δύο χιλιάδες πεσέτες) για τη νίκη του στο Τορίνο-Βαρκελώνη. Μάλιστα λέγεται πως υπήρξε ένας Ιταλός, μέλος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, που έθεσε το θέμα. Στον Carlo Airoldi όλο αυτό φαίνεται απολύτως παράδοξο. Τη μέρα του αγώνα πηγαίνει στον Μαραθώνα και εκκινεί κανονικά μαζί με τους υπόλοιπους. Η παρουσία του όμως γίνεται αντιληπτή, συλλαμβάνεται και κρατείται μία μέρα για να μην δημιουργήσει άλλα προβλήματα στους διοργανωτές. Όταν τον αφήνουν ελεύθερο συνεχίζει να απορεί πως είναι δυνατόν να προσάπτουν σ’ εκείνον επαγγελματισμό και να μην απασχολεί καθόλου την Επιτροπή ότι ο Σπύρος Λούης, νικητής εκείνου του αγώνα, γέμισε με δώρα (συμβολικά, ηθικά, αλλά και απολύτως υλικά) από πολλούς δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς του ελληνικού κράτους.

Για την περίπτωση του Carlo Airoldi έχουν διατυπωθεί πολλές υποθέσεις. Οι περισσότερες από αυτές, ειδικώς εκείνες που προέρχονται από ιταλούς μελετητές, συγκλίνουν στην άποψη πως η κατηγορία για επαγγελματισμό υπήρξε απλή πρόφαση με σκοπό να αποκλειστεί ο αθλητής που ήταν κατά τεκμήριο ο επικρατέστερος για την νίκη και έτσι να ευνοηθεί κάποιος έλληνας αθλητής. Σε ένα άθλημα μάλιστα που οι Έλληνες για ιστορικούς λόγους θεωρούσαν δική τους υπόθεση και που σίγουρα είχε αυξημένο ειδικό βάρος γι αυτούς.  Κάποιοι αναφέρονται ειδικά στον Σπύρο Λούη και συνδυάζουν τον αποκλεισμό του Carlo Airoldi με άλλα συμβάντα που διευκόλυναν τη συμμετοχή του Λούη στον Μαραθώνιο ή και με κατηγορίες για ανέντιμο αγώνα από πλευράς του μαρουσιώτη που άμεσα ή έμμεσα διατύπωσαν κάποιοι συναθλητές του στον αγώνα, μεταξύ αυτών μάλιστα και ο δεύτερος εκείνης της μέρας, ο Χαρίλαος Βασιλάκος.

Όπως και νά ‘χει οι Α’ Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896, τέλειωσαν για τον Carlo Airoldi πριν καλά- καλά αρχίσουν. Λίγες μέρες μετά ξεκίνησε να γυρίσει πίσω στο σπίτι του. Με τα πόδια φυσικά...

Κολυμπώντας στο "Κανάλι". Ο θρύλος του Ιάσωνα Ζηργάνου.


Το έτος 1909 είναι περασμένο στα χρονικά ως η χρονιά που συνέβη το κίνημα του Γουδή και άλλαξε τη ροή της νεοελληνικής ιστορίας. Τον ίδιο χρόνο όμως γεννήθηκε στο Βόλο και ο άνθρωπος που άλλαξε την ιστορία της κολύμβησης στην Ελλάδα.

Ο Ιάσωνας Ζηργάνος ήταν ένα δραστήριο και κινητικό παιδί που, όπως πολλά παιδιά της εποχής του, εκμεταλλευόταν τον φυσικό στίβο του περιβάλλοντος για να αθληθεί. Σε μια εποχή που οι αθλητικές υποδομές  στην Ελλάδα είναι μάλλον λίγες (στην ουσία ό,τι είχε απομείνει από τους Ολυμπιακούς του 1896 και τη Μεσολυμπιαδα του 1906) και αφορούν κυρίως τα αγωνίσματα του στίβου, τα παιδιά και οι έφηβοι ανακαλύπτουν τους δικούς τους προνομιακούς χώρους άθλησης στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον και στα προσφερόμενα από αυτό υλικά. Δυο κλαδιά ή δυο πέτρες αντικαθιστούν τα δοκάρια για να στηθεί ένα ποδοσφαιρικό τέρμα,  μια μάντρα μετατρέπεται εύκολα σε πεδίο αναρρίχησης, η θάλασσα, μια λίμνη, ένα ποτάμι, καμμιά φορά ακόμη κι ένα αρδευτικό κανάλι αντικαθιστούν εύκολα το ανύπαρκτο κολυμβητήριο. Ιδιαιτέρως εκεί λοιπόν, στην κολύμβηση στον Παγασητικό, θα ξεχωρίσει ο Ζηργάνος από τους συνομίληκούς του. Για την ταχύτητα, αλλά κυρίως για τις αντοχές του, που του επιτρέπουν να κολυμπά αισθητά μεγάλες αποστάσεις όπως το πέρασμα από την ηπειρωτική ακτή της Μαγνησίας στο νησάκι Τρίκερι ή ακόμα και από το Τρίκερι ως τη Σκιάθο.

Ο χαρακτήρας του Βόλου πάντως στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα είναι αρκετά αστικός και τα αθλητικά μέσα δεν λείπουν εντελώς. Έτσι ο Ζηργάνος, ένα από τα δέκα παιδιά της οικογένειάς του, θα ασχοληθεί με ιδιαίτερη επιτυχία και με άλλα σπορ. Άλλωστε είμαστε στην εποχή που ο αθλητισμός δεν παρουσιάζει τη σημερινή έντονη εξιδίκευση. Ακόμα τότε ο αθλητής είναι πρώτιστα αθλητής και όχι ειδικευμένος αποκλειστικά σε ένα άθλημα ή ένα μεμονομένο αγώνισμα. Δεν είναι σπάνιο κάποιος να κάνει πρωταθλητισμό στον στίβο, στη σκοποβολή και στην άρση βαρών ταυτόχρονα, άλλος να πρωταγωνιστεί σαν ποδοσφαιριστής και την ίδια στιγμή να ρίχνει ακόντιο ή να τρέχει μεσαίες και μεγάλες αποστάσεις, κάποιος να κερδίζει πρωταθλήματα στην ποδηλασία και να διακρίνεται και στο ξίφος ασκήσεως επίσης. Στο πνεύμα αυτό κι ο Ιάσωνας θα διακριθεί σε μια σειρά από αθλήματα όπως στον ακοντισμό στις καταδύσεις από τον παλιό φάρο του Βόλου που χρησιμοποιούσαν ως αυτοσχέδιο βατήρα, στην ορειβασία, στην ιππασία, στην πυγμαχία και στο μονόζυγο, στην ξιφασκία, στους δρόμους ημιαντοχής, ειδικότερα στα 1500 μ., στην πάλη.

Στα 1933 θα αποφοιτήσει από τη Σχολή Ευελπίδων, ενώ ο πόλεμος θα τον βρει λοχαγό στο μέτωπο, όπου θα τιμηθεί με τέσσερα παράσημα για τη δράση του. Ακόμα όμως και στις ακραίες συνθήκες του αλβανικού μετώπου βρίσκει χρόνο να προπονηθεί, βουτώντας στα παγωμένα νερά των ποταμών της Πίνδου. Από τότε εκδηλώνει την επιθυμία του να παραγματοποιήσει κολυμπώντας τον διάπλου της Μάγχης, του Αγγλικού Καναλιού ή απλώς του "Καναλιού" όπως συνήθιζαν να το ονομάζουν οι παλιοί ναυτικοί, που αποτελούσε ανέκαθεν το απόλυτο φετίχ για του κολυμβητές μεγάλων αποστάσεων. Εμπιστεύεται την επιθυμία του αυτή και στον Γρηγόρη Λαμπράκη, που τότε δεν έχει γίνει ακόμη ο θρύλος του παγκόσμιου κινήματος ειρήνης, αλλά είναι σημαίνων αθλητής της εποχής και σπουδαίος γιατρός. Στις δεκαετίες του '40 και του '50 οι δύο τους βρίσκονται πολύ συχνά και συζητούν προσπαθώντας να βρουν τρόπους για να εμπλέξουν στον αθλητισμό την ελληνική νεολαία.

Ακολουθώντας τη στρατιωτική καριέρα που συνεπάγεται πολλές μεταθέσεις θα κολυμπήσει σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας. Οι διαδρομές του στον Αώο ποταμό ή από το Έντεμ στην Καστέλλα σε καθημερινή βάση, τα περάσματα Καβάλα-Θάσος, Αίγινα- Παλιό Φάληρο, Ζάκυνθος-Κυλλήνη, Πάτρα-Κρυονέρι, Τήνος-Σύρος, Ντία-Ηράκλειο Κρήτης, Κέρκυρα-Ηγουμενίτσα και Λουτράκι-Κόρινθος αποτελούν γι αυτόν καλές προπονήσεις και μεγάλα αθλητικά γεγονότα για τους φιλάθλους και για τους τυχερούς συναθλητές του που κολυμπούν μαζί του (και αρκετά πίσω του προσπαθώντας να τον φτάσουν...). Χαρακτηριστική των συνθηκών της εποχής είναι η αφήγηση ενός νεαρού τότε κρητικού που στη διαδρομή Ντία-Ενετικό Λιμάνι Ηρακλείου βρισκόταν μέσα σε μια βάρκα φορτωμένη με εκατό πιάτα κουζίνας, εντεταλμένος να τα πετάξει ένα-ένα στη θάλασσα σε περίπτωση που κάποιος καρχαρίας απειλούσε τους κολυμβητές. Καθώς τα πιάτα θα βυθίζονταν στο νερό θα αποσπούσαν με τη γυαλάδα τους την προσοχή του κήτους και έτσι δεν θα κινδύνευαν οι κολυμβητές...

Τελικώς στα 1949, στα σαράντα του χρόνια, όντας πια ταγματάρχης, θα καταφέρει για πρώτη φορά να διαπλεύσει τη Μάγχη. Του χρειάστηκαν κάτι περισσότερο από 16 ώρες συνεχούς κολύμβησης. Το κατόρθωμα θα έχει μεγάλο αντίκτυπο στην Ελλάδα και θα ενθουσιάσει τον κόσμο. Πρόκειται πραγματικά για σπουδαίο αθλητικό επίτευγμα καθώς είναι ένας από τους ελάχιστους κολυμβητές (μόλις τέσσερις) που το έχουν καταφέρει μέχρι τότε. Ενδεχομένως όμως να μην είναι ο πρώτος έλληνας που πραγματοποίησε τον άθλο. Στα 1930 αναφέρουν μερικές ανεπίσημες πηγές ότι το ίδιο είχε κάνει και ο Μανώλης Βελισσαρίου, ένας σαμιώτης ναύτης του -τότε- "Βασιλικού Ναυτικού". Όπως και να έχει πάντως ο Ζηργάνος με τη Μάγχη πέρασε και στον χώρο του θρύλου καθώς καταγράφηκε στην ελληνική συλλογική μνήμη δίπλα σε τεράστιες μορφές του ελληνικού αθλητισμού.

Τη Μάγχη θα την περάσει άλλες τέσσερις συνολικά φορές, στα 1950, '51, '54 και '59. Τη δεύτερη φορά μάλιστα, στα 1950, θα το κάνει στα πλαίσια του αγώνα διάπλου του "Καναλιού" που είχε προκηρύξει η αγγλική εφημερίδα "Ντέιλι Μίρορ". Θα τερματίσει στην έκτη θέση με χρόνο λίγο πάνω από τις 14 ώρες, δηλαδή βελτιωμένο κατά δύο και πλέον ώρες σε σχέση με τον πρώτο διάπλου ένα χρόνο νωρίτερα. Σ΄αυτόν τον αγώνα συμμετείχε και ένας άλλος έλληνας που προπονείτο μαζί με τον Ζηργάνο, ο Καμπέρος, ο οποίος όμως δυστυχώς δεν θα καταφέρει να τερματίσει καθώς δέχτηκε επίθεση από καρχαρίες και ως φαίνεται οι διοργανωτές δεν είχαν προβλέψει να εφοδιαστούν με πιάτα...  Οι επιδόσεις πάντως του Ιάσωνα θα συνεχίσουν να βελτιώνονται και στις δύο επόμενες προσπαθειές του, το 1951 και το 1954.

Για να αφοσιωθεί συστηματικά στις προπονήσεις του αποφασίζει να παραιτηθεί απ' τον στρατό όπου οι συνεχείς μεταθέσεις δεν διευκολύνουν το πρόγραμμά του, καθώς τον φέρνουν συχνά σε περιοχές που απέχουν χιλιόμετρα από τη θάλασσα και σε χρόνια που κολυμβητήρια δεν υπήρχαν στην Ελλάδα.

Σε κατάδυση από τον παλιό Φάρο του Βόλου
Η παραίτηση απ' το στράτευμα βέβαια δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Θα χρειαστεί για να την πετύχει, να εφαρμόσει την πιο συνηθισμένη τότε πρακτική που δεν ήταν άλλη από την κάθοδο στις βουλευτικές εκλογές, καθώς μόνο με αυτό τον τρόπο γινόταν αποδεκτή η παραίτηση ενός αξιωματικού καριέρας που δεν είχε συμπληρώσει τα απαιτούμενα χρόνια υπηρεσίας. Έτσι είναι υποψήφιος στις εκλογές του 1950, που αποτελούν μια ειδική περίπτωση μέσα στο πανόραμα των δεκάδων εκλογικών αναμετρήσεων του 20 αιώνα στην Ελλάδα, γιατί σ' αυτές συμμετείχαν πολλά κόμματα που κανενα δεν κατάφερε να περάσει σε ποσοστά το 20%. Ο Ζηργάνος κατήλθε με έναν πολύ μικρό συνασπισμό κομμάτων, την Ε.Π.Ε.Λ. (Εθνική Παράταξη Εργαζόμενου Λαού). Απροσδιόριστος ιδεολογικά σχηματισμός που κάλυπτε ένα ευρύ φάσμα από τις παρυφές της αριστεράς έως τη λαϊκή δεξιά, δεν πέτυχε παρά το πενιχρό 1,59% χωρίς βεβαίως να εκλέξει κάποιον βουλευτή και αμέσως μετά τις εκλογές εξαϋλώθηκε οριστικά. Πάντως ο Ζηργάνος μετά την αποστρατεία του πραγματικά εκτοξεύεται σαν κολυμβητής και εκτός από τους διάπλους της Μάγχης θα επιτύχει και άλλα απίθανα για το αθλητικό επίπεδο της εποχής στην Ελλάδα και μάλιστα χωρίς καμμιά ουσιαστική βοήθεια από κανέναν άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα πλην του εαυτού του. Θα διαπλεύσει δύο φορές τον Βόσπορο, τον Νείλο επίσης δύο φορές, θα κάνει άλλες δύο φορές τον περίπλου του νησιού του Μαγχάταν στη Νέα Υόρκη και θα διασχίσει τα 23 μίλια του Ειρηνικού Ωκεανού που χωρίζουν το νησί Σάντα Καταλίνα από το Λονγκ Μπίτς της Νότιας Καλιφόρνια, θα κολυμπήσει από το Κάπρι στη Νάπολι και στις λίμνες Οντάριο του Καναδά και Γουίντερμερ της Σκωτίας.

Ο Ζηργάνος είχε πάθος με τον αθλητισμό, ειδικά με τον ναυταθλητισμό. Αυτό τον έκανε να εκδώσει και μια εφημερίδα για τα θαλάσσια αθλήματα, ενώ στο βιβλίο του "Πως πέρασα την Μάγχην" περιγράφει το χρονικό της προετοιμασίας και του πρώτου διάπλου της Μάγχης στα 1949. Δέκα χρόνια μετά από εκείνον θα πραγματοποιήσει το πέμπτο πέρασμα του "Καναλιού" και στη συνέχεια θα επιχειρήσει ένα ακόμα πιο προκλητικό στόχο: να διασχίσει το Κανάλι της Ιρλανδίας ή Βόρειο Κανάλι όπως το λένε σήμερα, από το Ντονάχαντι της Βόρειας Ιρλανδίας ως το Πορτ Πάτρικ της Σκωτίας. Το κάνει στις 27 Σεπτεμβρίου του 1959. Φτάνει σχεδόν στο ένα μόλις μίλι από τη σκωτσέζικη ακτή όταν η παλίρροια τον τραβά πάλι πίσω όπου και χάνει τις αισθήσεις του από τον συνδιασμό κόπωσης και κρύου. Όταν τον ανασύρουν ο γιατρός του κάνει καρδιακές μαλάξεις με το μόνο διαθέσιμο εκείνη τη στιγμή μέσο, έναν απλό σουγιά. Ο Ιάσωνας ζητά ένα ζεστό τσάι, πίνει λίγο και αμέσως μετά πεθαίνει.







Με αφορμή τα γεγονότα της Αιγύπτου. Ποδόσφαιρο και βία.

Δυστυχώς πρέπει να δεχτούμε το προφανές: Οι κοινωνίες των χωρών του Μαγκρέμπ, αλλά και πολλές άλλες αραβικές κοινωνίες, είναι ιδιαιτέρως βίαιες. Η βιαιότητα αυτή δεν είναι βεβαίως φυλετικό ιδίωμα, αλλα έχει τις ρίζες της στις συνθήκες της οικονομικής και συνακόλουθα κοινωνικής υπανάπτυξης που βιώνουν οι αραβικοί πληθυσμοί εδώ και δεκαετίες.




Μπορεί οι αριθμοί να είναι σοκαριστικοί, 74 νεκροί και άπειροι τραυματίες μετά από συμπλοκή στο τέλος του αγώνα ανάμεσα στην Αλ Μασρί και την Αλ Αχλί, στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου, αλλά δεν είναι καθόλου παράξενο που η περιρρέουσα βία της κοινωνίας ξεσπάει στο ποδόσφαιρο. Γιατί το ποδόσφαιρο διατηρεί τρία χαρακτηριστικά που το καθιστούν μια από τις ελάχιστες ανθρώπινες εκδηλώσεις τόσο πρόσφορες για την έκρηξη των παθών. Το ποδόσφαιρο είναι συναγωνιστικό, όπως όλα τα σπορ, μαζικό, όπως πολλές άλλες σύγχρονες δραστηριοτητες και με έντονες κοινωνικές αναφορές. Κι η ορειβασία είναι συναγωνιστική, αλλά δεν είναι μαζική και δεν περιβάλλει κοινωνικές αντιπαλότητες. Μια συναυλία μπορεί να είναι μαζική και με έντονες κοινωνικές αναφορές, αλλά δεν είναι ανταγωνιστική, μια διαδήλωση είναι κατά κανόνα ανταγωνιστική και εξ ορισμού κοινωνικά συνδεδεμένη, όταν γίνει και μαζική, πολύ μαζική, λέγεται πια επανάσταση. Κι η επανάσταση είναι το πεδίο που ξεσπά πάντα η βία (αν δεν έχει προλάβει να εκτονωθεί στη μπάλα...)

Obdulio Varela, μπάλα και ταξική συνείδηση.

Η Ουρουγουάη είναι ένας από τους λόγους που κάνουν το ποδόσφαιρο δημοφιλές. Δημοφιλές γιατί είναι ένα από τα ελάχιστα πεδία δραστηριοποίησης του ανθρώπου όπου όλοι έχουν ελπίδες διάκρισης. Μια χώρα με πληθυσμό μόλις λίγο πιο πάνω από τα τρία εκατομμύρια ανθρώπους, έχει καταφέρει να κατακτήσει άπειρες φορές τον τίτλο της πρωταθλήτριας Λατινικής Αμερικής και σαν να μην έφτανε αυτό, άλλες δύο φορές στην ιστορία έγινε και παγκόσμια πρωταθλήτρια. Η πρώτη φορά ήταν στα 1930, στο πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργανώθηκε ποτέ, στην έδρα της. Η δεύτερη, είκοσι χρόνια αργότερα, στα 1950, στην Βραζιλία, νικώντας μάλιστα με 2-1 στον τελευταίο αγώνα της διοργάνωσης την οικοδέσποινα μέσα στο νεόδμητο τότε και κατάμεστο από διακόσιες χιλιάδες βραζιλιάνους, στάδιο Μαρακανά, έναν χώρο που για το ποδόσφαιρο έχει τόση ιερότητα, όση οι Δελφοί για το Ολύμπιο Δωδεκάθεο και η Ιερουσαλήμ για τις θρησκείες της Βίβλου. Μεγάλος προφήτης εκείνης της εθνικής ομάδας της Ουρουγουάης υπήρξε χωρίς αμφισβήτηση ο Ομντούλιο Βαρέλα.




Ο Ομπντούλιο ήταν κεντρικό χαφ, ύψος 1.78 και 80 κιλά βάρος, ώμοι μάλλον στενοί, φαρδύ μέτωπο και το κεφάλι πάντα ψηλά. Έπαιζε πάνω στον άξονα του γηπέδου, αρκετά μπροστά από τα σέντερ μπακ και έκανε σχεδόν τα πάντα μέσα στο γήπεδο. Μάρκαρε, έκοβε, ανέβαζε την ομάδα, μοίραζε το παιχνίδι, σκόραρε αν χρειαζόταν, αλλά κυρίως και πάνω απ’ όλα ήταν ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης. Τον φώναζαν «el negro jefe » που θα πει «ο νέγρος αρχηγός» καθώς είχε σκουρόχρωμα μιγαδικά χαρακτηριστικά δείγμα κάποιας απώτερης αφρικανικής καταγωγής, όπως πολλοί λατινοαμερικάνοι. Η ηγετικές του ικανότητες έλαμψαν στο κρισιμότερο τελευταίο παιχνίδι εκείνου του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Δεν ήταν τυπικά τελικός, αλλά είχε αξία τελικού καθώς συγκρούονταν η Βραζιλία με την Ουρουγουάη, δηλαδή οι δύο ομάδες που προπορεύονταν στην βαθμολογία. Στην πρώτη αρκούσε μια ισοπαλία για να κατακτήσει το Κύπελλο, η Ουρουγουάη αντίθετα χρειαζόταν οπωσδήποτε τη νίκη. Ο αγώνας έγινε στις 16 Ιουλίου του 1950 και τον παρακολούθησε το μεγαλύτερο πλήθος που ήταν ποτέ παρόν στις κερκίδες ενός γηπέδου. Είχαν εκδοθεί 174 χιλιάδες εισιτήρια που φυσικά εξαντλήθηκαν όλα, αλλά ο ακριβής αριθμός των θεατών υπολογίστηκε σε κάτι παραπάνω από 203 χιλιάδες ανθρώπους. Όλοι τους σχεδόν οπαδοί της Βραζιλίας.

Στον διάδρομο που οδηγούσε από τ΄ αποδυτήρια στον αγωνιστικό χώρο ο Βαρέλα εμψύχωνε τους συμπαίκτες του γι αυτό που πρόκειται να αντικρύσουν μόλις βγουν εκεί έξω: «Μην κοιτάξετε στις κερκίδες, μη σηκώσετε τα μάτια σας ψηλά, το παιχνίδι παίζεται κάτω. Όσοι και να είναι από πάνω σας, να σκέφτεστε ότι είναι μόνο ξύλινα ομοιώματα κι όχι πραγματικό πλήθος. Μέσα στο γήπεδο θα είμαστε έντεκα εμείς κι έντεκα αυτοί. Και μην νομίζετε ότι θα μας συμβεί κάτι κακό όταν νικήσουμε. Τίποτα δεν θα συμβεί. Για να κερδίσουμε όμως πρέπει να βάλουμε τ’ «αυγά» μας στις άκρες των παπουτσιών μας. Πάμε να κερδίσουμε λοιπόν!» Έτσι κι έγινε με ένα γκολ του Σκιαφίνο και άλλο ένα του Γκίχια, παρόλο που οι Βραζιλιάνοι είχαν προηγηθεί με 1-0.



Ο ίδιος ο Ζιλ Ριμέ, εμπνευστής της διοργάνωσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου, περιγράφει ως εντυπωσιακότερη ανάμνηση από εκείνο το μουντιάλ τη ζοφερή σιωπή που ακολούθησε το σφύριγμα της λήξης του αγώνα. Πρέπει να ήταν αυτό το μεγαλύτερο πλήθος που έμεινε ποτέ σιωπηλό.
Το ίδιο βράδυ ο Ομντούλιο ήπιε σ’ ένα μπαρ του Ρίο δυο ποτά, παρέα με βραζιλιάνους που δεν τον αναγνώρισαν.



Κι όμως ο Ομντούλιο Βαρέλα λίγο έλειψε να μην αγωνιστεί σ΄ εκείνους τους αγώνες. Κι αυτό γιατί μόλις έναν χρόνο νωρίτερα. Την ποδοσφαιρική σεζόν 1948-1949 είχε πρωταγωνιστήσει στις απεργιακές κινητοποιήσεις των ποδοσφαιριστών στην πατρίδα του. Ήταν αυτή η πρώτη απεργία ποδοσφαιριστών στον κόσμο με σαφή εργασιακά αιτήματα. Οι παίκτες ζητούσαν την δημιουργία ενός ελαχίστου πλαισίου εργατικών δικαιωμάτων για το επάγγελμα του ποδοσφαιριστή. Αναγνώριση του συνδικάτου τους, κατοχυρωμένο βασικό μεροκάματο και ασφάλιση. Η ομοσπονδία και οι σύλλογοι αποφάσισαν να απαγορεύσουν το ποδόσφαιρο στους ποδοσφαιριστές που απεργούσαν και ειδικώς στον Βαρέλα που φαινόταν να είναι κι εκεί αρχηγός, ως οργανωτής και εμψυχωτής των κινητοποιήσεων. Η ομάδα του προσπαθούσε να τον πουλήσει στο εξωτερικό παίρνοντας το ρίσκο να χάσει την ηγετική παρουσία του μέσα στο γήπεδο, προκειμένου να απαλλαγεί από την ενοχλητική στάση του έξω απ‘ αυτό.

Τελικώς η κατάσταση ομαλοποιήθηκε αρκετούς μήνες μετά με την αποδοχή των κύριων αιτημάτων των παικτών.

Ο Ομντούλιο βεβαίως δεν έπαψε να είναι δύστροπος για τα γούστα του ποδοσφαίρου της αγοράς. Όταν η ομάδα του, η ιστορική Πενιαρόλ, ένας από τους σπουδαιότερους ποδοσφαιρικούς συλλόγους του πλανήτη, θέλησε - πρώτη αυτή από κάθε άλλη ομάδα στον κόσμο και σε εποχές που η διαφημιστική χορηγία ήταν άγνωστη στο ποδόσφαιρο- να προσθέσει πληρωμένη διαφήμιση στη φανέλα της, ο ίδιος αρνήθηκε. «Κάποτε εμάς του μαύρους, είπε, μας έδεναν με μια αλυσίδα και μας περιέφεραν από δω και από ‘κει σαν θεάματα, οι εποχές αυτές όμως έχουν περάσει...». Έτσι έμεινε ο μόνος από την ενδεκάδα της Πενιαρόλ που έμπαινε στο γήπεδο χωρίς διαφήμιση στη φανέλα του. Σήμερα πάντως είναι πιο εύκολο να διακρίνεις τη διαφήμιση, παρά το χρώμα της φανέλας μιας ομάδας



Με τον θρίαμβο του Μαρακανά ο Βαρέλα αναδείχτηκε στο μεγαλύτερο σύμβολο αυτής της ομάδας και του ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης. Δοξάστηκε όσο λίγοι άνθρωποι στη χώρα του και σίγουρα πολύ περισσότερο από όσο θα περίμενε όταν σε ηλικία οκτώ ετών πουλούσε εφημερίδες στους δρόμους του Μοντεβιδέο για να επιβιώσει. Η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας μάλιστα είχε την πρωτότυπη ιδέα να τίμηση αυτόν και τους συμπαίκτες του για την κατάκτηση του τίτλου, με την απονομή χάλκινων μεταλλίων, αντιγράφων των χρυσών μεταλλίων με τα οποία είχε τιμήσει τον εαυτό της, δηλαδή τους ίδιους τους παράγοντές της... Πέρα από αυτό του δόθηκε και ένα μικρό χρηματικό ποσό. Ικανό να αγοράσει μια Φορντ 19 ετών, μοντέλο 1931, που του την έκλεψαν ακριβώς μία βδομάδα μετά...



Ο Ομπντούλιο έπαιξε ποδόσφαιρο μέχρι τα μισά της δεκαετίας του ’50, συμμετείχε, όντας πια 37 ετών, σε ένα ακόμα μουντιάλ, εκείνο της Ελβετίας στα 1954 και έφτασε με την Ουρουγουάη μέχρι τα ημιτελικά, όπου δεν αγωνίστηκε λόγω τραυματισμού. Ένα χρόνο μετά «κρέμασε τα παπούτσια του», συνέχισε να δουλεύει όπως πάντα σαν οικοδόμος, αφοσιώθηκε στην οικογένειά του και πέθανε φτωχός όπως είχε ζήσει στις 2 Αυγούστου του 1996 σχεδόν δύο μήνες πριν κλείσει τα 79 του χρόνια.

"...αποτελούνται από ακραιφνείς και επικινδύνους κομμουνιστάς..."

Ο εργατικός αθλητισμός, δηλαδή η δημιουργία αθλητικών σωματείων από ακτιβιστές της αριστεράς, με σκοπό την άθληση της νεολαίας των προλεταριακών στρωμάτων, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στα προπολεμικά χρόνια. Η άποψη πως ο αθλητισμός είναι δικαίωμα που συμβάλει στην βελτίωση της ποιότητας ζωής των εργατών είναι κυρίαρχη στον χώρο της αριστεράς. Έτσι δημιουργούνται αρκετοί «λαϊκοί» ή «εργατικοί», όπως ονομάζονταν, αθλητικοί σύλλογοι.


Ένας σύλλογος που συγκεντρώνει κάποιον αριθμό ατόμων τα οποία επιδιώκουν έναν κοινό σκοπό είναι -σχεδόν εξ ορισμού- αντικείμενο ενδιαφέροντος για τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του κράτους. Πολύ περισσότερο φυσικά ένας σύλλογος που αυτοπροσδιορίζεται ως «εργατικός» και μάλιστα στην εποχή του βενιζελικού «ιδιωνύμου», δηλαδή του νόμου «Περί μέτρων προστασίας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», που είχε ψηφιστεί από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στα 1929 και στόχευε στην ποινικοποίηση των αριστερών οργανώσεων και στην καταστολή των συνδικαλιστικών ελευθεριών.



Σ’ αυτές τις συνθήκες λοιπόν έχει ενδιαφέρον μια επιστολή που φτάνει στο πολιτικό γραφείο του πρωθυπουργού στις 3 Φεβρουαρίου του 1931 και διατηρείται σήμερα στο ψηφιοποιημένο αρχείο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» των Χανίων. Η επιστολή έχει αποστολέα την Διεύθυνση Χωροφυλακής και Δημοσίας Ασφαλείας του Υπουργείου Εσωτερικών και τίτλο «Περί των καταγγελλομένων της Αθλητικής Εργατικής Οργανώσεως περιφερείας Λαρίσσης κατ’ οργάνων της επιτοπίας Χωροφυλακής». Με αυτή η Διεύθυνση Χωροφυλακής απαντά στις καταγγελίες της Αθλητικής Εργατικής Οργάνωσης της Λάρισας που έχουν γίνει νωρίτερα (τον Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους) και που αφορούν σε παρεμβάσεις της τοπικής χωροφυλακής στο έργο του σωματείου. Από την ανάγνωση της επιστολής φαίνεται πως το πολιτικό γραφείο του Βενιζέλου είχε διαβιβάσει την καταγγελία του συλλόγου στη Διεύθυνση Χωροφυλακής και -περίπου δύο μήνες μετά- λαμβάνει απάντηση επί των αιτιάσεων του σωματείου και αφού χαρακτηρίζει "ακραιφνείς και επικινδύνους κομμουνιστάς" τα μέλη του, αποκαλύπτει στο τέλος την επικείμενη διάλυση του συλλόγου που έχει ζητήσει η Χωροφυλακή από τις δικαστικές αρχές. Νά στις πιο κάτω φωτογραφίες το πλήρες κείμενο, ιδιαιτέρως ενδεικτικό των συνθηκών κάτω από τις οποίες προσπαθούσε να επιβιώσει ο εργατικός αθλητισμός στις αρχές της τέταρτης δεκαετίας του 20ου αι.





Ανατολικά του ποταμού Ουρουγουάη. (2ο μέρος)


Η Σελέστε που κατέκτησε το δεύτερο Κόπα Αμέρικα της ιστορίας της,
στα 1917, στο Μοντεβιδέο. Θα ακολουθήσουν άλλα 13 μέχρι σήμερα.

Η πρώτη και η δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα βρίσκουν την εθνική ομάδα της Ουρουγουάης να συναγωνίζεται σε μόνιμη σχεδόν βάση εκείνη της Αργεντινής καθώς μιλάμε ήδη για τις δυο πιο προηγμένες ποδοσφαιρικά χώρες της Λατινικής Αμερικής. Στην αρχή ήταν το Κύπελλο Λίπτον και το Κύπελλο Νιούτον. Δυο διοργανώσεις που συνέβαιναν σε σχεδόν ετήσια βάση. Η πρώτη, το Κύπελλο Λίπτον, υπήρξε έμπνευση του φανατικού ποδοσφαιρόφιλου σερ Thomas Lipton, γνωστού φυσικά μεγιστάνα του τσαγιού. Επρόκειτο για έναν μόνο ποδοσφαιρικό αγώνα, ανάμεσα στις δύο αυτές εθνικές που διεξαγόταν εναλλάξ, μία χρονιά στο Μπουένος Άιρες και μία χρονιά στο Μοντεβιδέο. Μπορούσαν να συμμετάσχουν μόνο ποδοσφαιριστές γεννημένοι στις δύο χώρες. Ο νικητής της συνάντησης κατακτούσε το Κύπελλο και σε περίπτωση ισοπαλίας μετά από 90’ αγώνα, νικητής και τροπαιούχος θεωρείτο η φιλοξενούμενη ομάδα. Τα έσοδα τις διοργάνωσης πήγαιναν όλα σε φιλανθρωπικούς σκοπούς. Αν και από τις αρχές της δεκαετία του ‘20 το μεγάλο αρχικά ενδιαφέρον για το Κύπελλο Λίπτον ατόνησε και άρχισε να διοργανώνεται όλο και πιο αραιά, σαν θεσμός υπάρχει ακόμα και αποτελεί μια από τις αρχαιότερες εν ζωή (ή περίπου εν ζωή καθώς το τελευταίο μέχρι σήμερα Κύπελλο Λίπτον έλαβε χώρα στα 1992) ποδοσφαιρικές διοργανώσεις. Πάντως Κύπελλα Λίπτον διοργανώνονταν σποραδικά στη διάρκεια των πρώτων τριάντα ετών του προηγούμενου αιώνα και σε άλλες περιοχές του κόσμου, στην Νότια και Βόρεια Ιταλία, στην Γαλλία, στην Βρετανία, στην Ινδία και αλλού.


Περίπου ίδια είναι και η ιστορία του Κυπέλλου Νιούτον - από το όνομα ενός σημαντικού διοικητικού παράγοντα της AFA, δηλαδή της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου της Αργεντινής . Διεξαγόταν κι αυτό μια φορά το χρόνο, επίσης εναλλάξ στο Μοντεβιδέο και στο Μπουένος Άιρες ανάμεσα στις ίδιες εθνικές ομάδες που απαρτίζονταν αποκλειστικά από γηγενείς ποδοσφαιριστές, το έσοδα πήγαιναν σε συγκεκριμένους φιλανθρωπικούς σκοπούς με στόχο την ενίσχυση των φτωχών παιδιών στις δύο χώρες και σε περίπτωση ισοπαλίας νικητής ήταν η φιλοξενούμενη ομάδα. Κι αυτό το κύπελλο ατόνησε μετά τη δεκαετία του ‘20 και διοργανωνόταν όλο και πιο σπάνια, αλλά κι αυτό υπάρχει θεωρητικώς ακόμα κι ας έχει να λάβει χώρα από το 1976.



Ύστερα ξεκίνησε το Κόπα Αμέρικα, αυτή που πραγματικά πια είναι η δεύτερη αρχαιότερη εν ζωή ποδοσφαιρική διοργάνωση ανάμεσα σε εθνικές ομάδες, μετά βεβαίως από τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ο θεσμός εγκαινιάστηκε στα 1916 στην Αργεντινή, την ίδια χρονιά που με πρωτεργάτη έναν ουρουγουανό, τον Hector Rivadavia Gomez, ιδρύθηκε η CONMEBOL, ή Συνομοσπονδία Ποδοσφαίρου της Νότιας Αμερικής. Δεν λεγόταν πάντα Κόπα Αμέρικα. Για πολλές δεκαετίες ήταν το Campeonato Sudamericano de Selecciones, που θα πει Νοτιοαμερικανικό Πρωτάθλημα Εθνικών Ομάδων. Από το 1916 μέχρι το 1922 έγιναν συνολικά έξι διοργανώσεις. Δύο φορές στην Αργεντινή, άλλε δύο στην Βραζιλία κι από μία σε Χιλή και Ουρουγουάη. Η Ουρουγουάη κατέκτησε τις τρεις από αυτές, η Βραζιλία δύο και η Αργεντινή μία. Η Αργεντινή και η Βραζιλία σήκωσαν τα τρόπαια στις διοργανώσεις που έγιναν στη χώρα τους, αντίθετα η Ουρουγουάη αναδείχτηκε μία φορά πρωταθλήτρια Νοτίου Αμερικής στην Χιλή, μία στην Αργεντινή και μία -φυσικά- μέσα στην έδρα της.



Είχε αρχίσει ήδη να γεννιέται ο μύθος της Σελέστε (όπως ονόμαζαν την εθνική τους οι ουρουγουανοί, εξ αιτίας των γαλάζιων χρωμάτων που φορούσε). Όμως από την επόμενη χρονιά, από το Κόπα Αμέρικα του 1923, με την ευτυχή συγκυρία της συνύπαρξης μιας σειράς εξαιρετικά ταλαντούχων ουρουγουανών ποδοσφαιριστών σε συνδυασμό με μια εντελώς καινοτόμο προσέγγιση στο παιχνίδι, θα ξεκινήσει η δεκαετία που ανέδειξε του ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης στο πρώτο πραγματικά ασυναγώνιστο δημιούργημα στην ιστορία του ποδοσφαίρου.





Συνεχίζεται...



Ανατολικά του ποταμού Ουρουγουάη. (1ο μέρος)


Το πλήρες όνομα της Ουρουγουάης είναι "Δημοκρατία Ανατολικά του Ουρουγουάη" (República Oriental del Uruguay) όπου Ουρουγουάης ο γνωστός ποταμός της Νότιας Αμερικής που στην γλώσσα των ιθαγενών γκουαρανί σημαίνει "το ποτάμι των πολύχρωμων πουλιών".


Σήμερα η Ουρουγουάη αποτελεί μια από τις μικρότερες κρατικές οντότητες της Λατινικής Αμερικής, με έκταση κάτι παραπάνω από 176 χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα και πληθυσμό κάτι λιγότερο από τρία και μισό εκατομμύρια, δηλαδή περίπου όσο η Αθήνα.

Η περιοχή της Ουρουγουάης ανακαλύφθηκε από τους ευρωπαίους στις αρχές του 16ου αι. Οι ισπανοί λένε πως πρώτος έφτασε εκεί ο Juan Diaz de Solis για λογαριασμό του ισπανικού στέματος στα 1516, ενώ οι πορτογάλοι ισχυρίζονται πως τον είχαν προλάβει δύο χρόνια νωρίτερα κάποιοι ομοεθνείς τους, εξ ονόματος του πορτογαλικού θρόνου. Όπως και να έχει για αρκετές δεκαετίες μετά την πρώτη μόνιμη εγκατάσταση αποίκων, στο Soriano, στις όχθες του ποταμού Rio Negro, στα 1624, ισπανοί και πορτογάλοι αντιμάχονταν μεταξύ τους για να επιβάλουν την κυριαρχία τους. Λίγο αργότερα στην προσπάθεια κατάκτησης της Ουρουγουάης μπήκαν και οι βρετανοί. Στο τέλος πάντως επικράτησαν οι ισπανοί που επιβλήθηκαν με μεγάλη δυσκολία και στους όχι περισσότερους από δέκα χιλιάδες τσαρρούας τους ιθαγενείς της περιοχής που είχαν βρεθεί εδώ πιεσμένοι από τους γκουαρανί της Παραγουάης, αλλά αντιστάθηκαν σθεναρά στους αποίκους. Η ηρωική αντίσταση των τσαρρούας και η έλλειψη χρυσού έκανε την Ουρουγουάη μια περιοχή μειωμένου αποικιστικού ενδιαφέροντος. Έτσι η σημερινή πρωτεύουσα και μόνη μεγαλούπολη της Ουρουγουάης, το Μοντεβιδέο, ιδρύθηκε περισσότερο από έναν αιώνα μετά από την ανακάλυψη της χώρας, στα 1726.

Οι ισπανοί έφεραν στην περιοχή την εκτροφή των βοοειδών που αποτέλεσαν μια σημαντική πηγή πλούτου και οικονομικής ανάπτυξης. Σπουδαίος επίσης παράγοντας οικονομικής άνθισης υπήρξε και το λιμάνι του Μοντεβιδέο που έπαιξε κομβικό ρόλο στην εμπορευματική διακίνηση από και προς τη Νότια Αμερική.



Στις τρεις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα η Ουρουγουάη κέρδισε την ανεξαρτησία της μέσα από μια αντιαποικιοκρατική εξέγερση εναντίον των ισπανών με ηγέτη τον Jose Gervasio Artigas και μια σειρά πολεμικές και πολιτικές συγκρούσεις με την Βραζιλία που είχε κατά καιρούς προσαρτήσει μεγάλο μέρος των εδαφών της σημερινής Ουρουγουάης, αλλά και την Αργεντινή με την οποία ήταν ενωμένες για κάποια χρόνια οι ουρουγουανικές επαρχίες. Στη συνέχεια ένας εμφύλιος πόλεμος που διήρκεσε για δώδεκα ολόκληρα χρόνια, από το 1840 μέχρι το 1852, έφερε αντιμέτωπες τις δύο μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές παρατάξεις της χώρας. Τους Blancos που ήταν τρόπον τινά οι εκπρόσωποι της συντηρητικής παράδοσης των μεγάλων γαιοκτημόνων και τους Colorados που αντιπροσώπευαν τα φιλελεύθερα αστικά στρώματα του Μοντεβιδέο. Με την οριστική ήττα των δυνάμεων του δικτάτορα Rosas στα 1852 επικράτησαν οριστικά οι φιλελεύθεροι αστοί και έληξε ο εμφύλιος, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του οποίου είχε συμμετάσχει και ο μετέπειτα πρωταγωνιστής της ενοποίησης της Ιταλίας ο Giuseppe Garibaldi, καθώς από τότε το ιταλικό στοιχείο ανάμεσα στους μετανάστες στην Ουρουγουάη ήταν ιδιαίτερα ενισχυμένο. Την ίδια χρονιά, στα 1852, καταργήθηκε οριστικά και η δουλεία. Ακολούθησαν κι άλλοι πόλεμοι με κυριότερο εκείνον της Τριπλής Συμμαχίας, όταν η Αργεντινή, η Βραζιλία και η Ουρουγουάη συνασπίσθηκαν εναντίον της Παραγουάης και από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα η χώρα ακολούθησε λίγο πολύ την ιστορία των υπολοίπων κρατών της Λατινικής Αμερικής, σε μια συνεχή σχεδόν εναλλαγή ανάμεσα σε δικτατορικά και δημοκρατικά καθεστώτα. Στην διάρκεια της έβδομης και της όγδοης δεκαετίας του 20 αιώνα αίσθηση δημιούργησε το ένοπλο αριστερό κίνημα των Τουπαμάρος που ιδρύθηκε και έδρασε σε μια Ουρουγουάη που εκτός από τις συχνές δικτατορικές εκτροπές του πολιτεύματος, υπέφερε και από έντονη οικονομική κρίση. Από το 1985 και μετά έχει πια σταθεροποιηθεί ένα ομαλό κοινοβουλευτικό πολίτευμα προεδρικής δημοκρατίας, ενώ σημερινός πρόεδρος της χώρας είναι ο José Alberto Mujica Cordano, πρώην μαχητής των Τουπαμάρος.



Μορφολογικά η Ουρουγουάη αποτελεί μια ενδιάμεση ζώνη που παρεμβάλλεται ανάμεσα στην Πάμπα της Αργεντινής και τα υψώματα της Νότιας Βραζιλίας. Πεδινή κατά το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της παρουσιάζει λίγους λοφώδεις σχηματισμούς που σπάνια ξεπερνούν τα 500 μέτρα σε υψόμετρο. Είναι εξάλλου μια περιοχή ιδιαίτερα πλούσια σε νερά καθώς διατρέχεται από πολλά ποτάμια. Το κλίμα είναι παρεμφερές με το μεσογειακό με υψηλότερη θερμοκρασία κατά τον Ιανουάριο (μ.ο.: 32 βαθμοί) και χαμηλότερη κατά τον Ιούνιο (μ.ο.: 6 βαθμοί).

Η δημογραφική εξέλιξη του πληθυσμού της Ουρουγουάης παρουσίασε πολύ αργή ανάπτυξη μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, καθώς δεν υπήρχε σπουδαίο αποικιστικό ενδιαφέρον για τη χώρα. Από εκεί και έπειτα είχαμε ραγδαία αύξηση των μεταναστεύσεων προς την Ουρουγουάη, κυρίως από τις χώρες της Ευρώπης και έτσι σήμερα το 88% των κατοίκων είναι ευρωπαϊκής καταγωγής (ίβηρες και ιταλοί κυρίως, αλλά και σκανδιναβοί ή γερμανοί). Η εκκλησία διαχωρίστηκε από το κράτος στα 1916 και είναι ελεύθερες οι εκδηλώσεις θρησκευτικής λατρείας όλων των γνωστών θρησκειών. Η πλειοψηφία των κατοίκων είναι καθολικοί (66%) ενώ υπάρχουν προτεστάντες (11%) και εβραίοι (2%). Είκοσι δύο στους εκατό ουρουγουανούς δηλώνουν ότι δεν θρησκεύονται το δε επίσημο κράτος θεωρείται το πλέον κοσμικό του νοτίου ημισφαιρίου. Το προσδόκιμο ζωής είναι λίγο μεγαλύτερο από τα 73 χρόνια για τους άντρες και λίγο κάτω από τα 80 χρόνια για τις γυναίκες, ενώ ο δείκτης γεννητικότητας δείχνει ότι για κάθε γυναίκα στην Ουρουγουάη αντιστοιχούν 1,89 γεννήσεις. Ο μέσος όρος ηλικίας είναι στα 32,7 χρόνια.

Η πιο διαδεδομένη γλώσσα στη χώρα είναι τα ισπανικά στην τοπική εκδοχή του Rio de la Plata που παρουσιάζει κάποιες διαφορές (κυρίως προφοράς) με την κλασική ιβηρική διάλεκτο και κυριαρχεί επίσης στην Αργεντινή. Η χώρα έχει 18 επαρχίες συν την περιοχή του Μοντεβιδέο. Σε ορισμένες από αυτές, στα βόρεια, κοντά στα σύνορα με τη Βραζιλία χρησιμοποιείται μια διάλεκτος που έχει εμφανείς επιρροές από τα πορτογαλικά.





Στην Ουρουγουάη λένε πως μπορεί μητέρα του ποδοσφαίρου να είναι η Βρετανία, αλλά πατέρας του είναι οπωσδήποτε η Ουρουγουάη. Καθόλου παράξενο αν σκεφτεί κανείς δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι στις περισσότερες λατινογενείς γλώσσες η Ουρουγουάη είναι μια από τις ελάχιστες χώρες αρσενικού γένους. Το δεύτερο είναι πως η εθνική της ομάδα απετέλεσε την πρώτη παγκόσμια ποδοσφαιρική υπερδύναμη της ιστορίας. Παράξενο αυτό για μια τόσο μικρή χώρα, αλλά όπως επίσης λένε στα ανατολικά του ποταμού Ουρουγουάη, όποιο παιδί δεν παίζει μπάλα εκεί, είναι άρρωστο.



Ουρουγουάη είναι κυρίως το Μοντεβιδέο και το Μοντεβιδέο είναι λιμάνι και τα λιμάνια είναι γνωστό πως υπήρξαν οι πρώτοι οικοδεσπότες του νέου παιχνιδιού, που στα τελειώματα του 19ου αιώνα μετέφεραν οι βρετανοί ναυτικοί σε όλο τον πλανήτη, τουλάχιστον δηλαδή όπου υπήρχε θάλασσα για τα πλοία τους.

Το σενάριο της ανάπτυξης του ποδοσφαίρου στη χώρα είναι το τυπικό σενάριο που συναντάμε σε όλες τις περιοχές που φυτεύτηκε και καρποφόρησε το νέο παιχνίδι. Απλό στους κανόνες και στα μέσα που χρειαζόταν για να παιχτεί, παιδί της βιομηχανικής κοινωνίας, ιδανική κυριακάτικη ενασχόληση για τον βιομηχανικό εργάτη, γιατί μέσω του ποδοσφαίρου εύρισκε πάλι τη χαρά της επαφής με τη φύση και τη γη, που είχε χάσει όταν έφυγε από την αγροτική κοινωνία του χωριού του για την εκβιομηχανισμένη πόλη. Ακόμα και στις περιπτώσεις που για να βρει μια τέτοια πόλη χρειαζόταν να μεταναστεύσει στην άλλη άκρη του κόσμου, δηλαδή στο Μοντεβιδέο.



Κάπως έτσι το ποδόσφαιρο στην Ουρουγουάη (και γενικά στο Ρίο ντε λα Πλάτα) έγινε σχεδόν αμέσως το καθημερινό θέμα του ουρουγουανού. Οι πρώτες ποδοσφαιρικές ομάδες φτιάχνονται ήδη πριν φύγει η προτελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα. Κάποιες λίγα μόλις χρόνια αργότερα. Ορισμένες από αυτές υπάρχουν ακόμα και κυριαρχούν σε εθνικό, αλλά και διεθνές επίπεδο. Ποιος δεν έχει ακούσει για την Πενιαρόλ που ιδρύθηκε στα 1891 και θεωρείται σήμερα η πιο επιτυχημένη ομάδα του 20 αιώνα στην Λατινική Αμερική; Ή ποιος από τους ποδοσφαιρόφιλους που σέβονται τον τίτλο αυτόν δεν γνωρίζει για την μεγάλη της αντίπαλο στην πόλη του Μοντεβιδέο, την Νασιονάλ που ιδρύθηκε από συγχώνευση δύο προγενέστερων σωματείων της πόλης, στα 1899;

Οι περισσότερο ψαγμένοι μάλιστα θα ξέρουν εκτός των άλλων ότι ο πρώτος αγώνας εθνικών ομάδων εκτός βρετανικών νησιών σε παγκόσμιο επίπεδο έγινε στο Μοντεβιδέο, στις 16 Μαΐου του 1901, μόλις λίγους μήνες μετά την ίδρυση στα 1900 της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης. Ήταν ανάμεσα στην Ουρουγουάη και την Αργεντινή, έληξε με νίκη της δεύτερης με 2-3 και εγκαινίασε την υπεραιωνόβια ποδοσφαιρική αντιπαλότητα ανάμεσα στις δύο χώρες που καλά κρατεί ακόμη. Άλλωστε οι κοινωνιολόγοι έχουν παραδεχτεί πως το ποδόσφαιρο σε μια χώρα σαν την Ουρουγουάη που αποτελείται στην τεράστια πλειοψηφία της από μετανάστες, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους παράγοντες δημιουργίας εθνισμού και εθνικής συνείδησης, ενσωμάτωσης στην κοινωνία και προώθησης της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό. Αν το καλοσκεφτείς έχουν δίκιο. Ποιος θυμάται για κάτι άλλο την Ουρουγουάη;





Συνεχίζεται...

«Δεινόν κατά πάσης περί αθλητισμού ιδεολογίας πλήγμα...»

Ένα από τα μείζονα προβλήματα της αθλητικής ιστοριογραφίας στην Ελλάδα είναι η έλλειψη οργανωμένων αρχείων. Ελάχιστοι είναι οι αθλητικοί σύλλογοι, οι ομοσπονδίες, οι αθλητικές ενώσεις, ακόμα και τα αθλητικά έντυπα που διατηρούν οργανωμένα αρχεία. Μια από τις λίγες εξαιρέσεις είναι το ιστορικό αρχείο του Ολυμπιακού Συνδέσμου Φιλάθλων Πειραιώς που ιδρύθηκε στα 1995, οργανώθηκε και ταξινομήθηκε κατά τις σύγχρονες αρχειονομικές επιταγές από την Π.Α.Ε. Ολυμπιακός. Ο κατάλογος του συγκεκριμένου αρχείου εκδόθηκε από το περιοδικό Δοκιμές, έκδοση των μεταπτυχιακών φοιτητών του τμήματος κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου , σε επιμέλεια και εισαγωγή του σημαντικού ερευνητή του αρχείου και καθηγητή οικονομικής ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Βασίλη Καρδάση. Στο παράρτημα της συγκεκριμένης έκδοσης συναντά κανείς, δίπλα σε άλλα ενδιαφέροντα ντοκουμέντα από το αρχείο του Ολυμπιακού Σ.Φ.Π., και μια επιστολή του Αθλητικού και Ποδοσφαιρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης ο Άρης, του γνωστού μας δηλαδή Άρη Θεσσαλονίκης, με ημερομηνία 10 Αυγούστου 1925. Η επιστολή έχει πολλούς παραλήπτες. Απευθύνεται προς τον πρωθυπουργό της χώρας, προς τους υπουργούς στρατιωτικών, εσωτερικών, δικαιοσύνης και παιδείας, προς τον υπουργό γενικό διοικητή Μακεδονίας, προς τον διοικητή στρατηγό του Γ’ Σώματος Στρατού, προς τον φρούραρχο και τον αστυνομικό διευθυντή Θεσσαλονίκης και προς τους εισαγγελείς εφετών και πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Επίσης απευθύνεται σε μια σειρά από αθλητικούς φορείς. Στον ΣΕΓΑΣ καθώς και στις Ενώσεις Ποδοσφαιρικών Σωματείων Μακεδονίας - Θράκης, Αθηνών και Πειραιώς. Ακόμα η επιστολή φτάνει και σε μια μακρά σειρά από ποδοσφαιρικά και εν γένει αθλητικά σωματεία. Από τα σωματεία της Θεσσαλονίκης απευθύνεται στον Ηρακλή, στον Μέγα Αλέξανδρο, στη Νέα Γενεά και στον Θερμαϊκό. Από εκείνα της Αθήνας στον Π.Α.Ο., στον Απόλλωνα, στον Πανιώνιο, στην Ένωση Αρμενίων, στην Ένωση Κων/λεως (δηλαδή στην Α.Ε.Κ.), στο Γουδή και στους Αίαντα, Ατρόμητο Λένορμαν, Εθνικό Αθηνών, Πανελλήνιο και Αμαρούσιον. Ακόμα απευθύνεται προς τα σωματεία του Πειραιά, Ολυμπιακό (στο αρχείο του οποίου τη βρίσκουμε σήμερα), Πειραϊκό Σύνδεσμο και Φαληρική΄Ένωση, καθώς επίσης και σε όλα τα αθλητικά σωματεία της χώρας, στον Μουσικογυμναστικόν Σύλλογον Ξάνθης «Ορφέαν», στον Γυμναστικόν Σύλλογον Εδέσσης «Μέγαν Αλέξανδρον» και στον Γυμναστικόν Σύλλογον Κομοτηνής «Ροδόπη». Τέλος αποδέκτες της επιστολής είναι όλοι οι διευθυντές των εφημερίδων και των αθλητικών εντύπων της επικράτειας.


Ήδη από μόνος του ο κατάλογος των παραληπτών της επιστολής αποτελεί μια εξαιρετική χαρτογράφηση του αθλητικού τοπίου της Ελλάδας στα μισά της δεκαετίας του 1920, αλλά ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το περιεχόμενό της, καθώς αναφέρεται σε μια από τις πρώτες εκδηλώσεις βίας μέσα σε αθλητικού χώρους, ειδικότερα μάλιστα στο ποδόσφαιρο. Αφορμή έχει ένα συμβάν στη διάρκεια φιλικού (όπως τονίζεται με έντονα κεφαλαία γράμματα στην επιστολή) ποδοσφαιρικού αγώνα ανάμεσα στον Άρη και στην Ένωση Κωνσταντινουπολιτών (τον σημερινό Π.Α.Ο.Κ. δηλαδή) που στην εν λόγω επιστολή περιγράφεται ως εξής:

«Δεινόν κατά πάσης περί αθλητισμού ιδεολογίας πλήγμα, βανδαλισμός πρωτάκουστος και τερατώδης στυγερά απόπειρα δολοφονίας κατ’ αθλητού του ημετέρου Συλλόγου εντός του στίβου έλαβεν χώραν χθες Κυριακήν 9ην τρέχοντος και ώραν 6:30 μ.μ. Καθ’ ήν στιγμήν η πρώτη ποδοσφαιρική ομάς του ημετέρου Συλλόγου ηγωνίζετο αγώνα ΦΙΛΙΚΟΝ κατά της αρτισυστάτου ενταύθα ποδοσφαιρικής ομάδος της «Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών» ο αθλητής ημών Αλέξανδρος Ζηνιζόπουλος έπιπτεν ολίγου δειν θύμα αγρίας δολοφονικής επιθέσεως του στρατιώτου του ενταύθα 3ου τάγματος της Δημοκρατικής Φρουράς Αριστείδου Στεργιοπούλου.»

Άρα με απλούστερα λόγια, στη διάρκεια φιλικού αγώνα του Άρη με την Ένωση Κωνσταντινουπολιτών της Θεσσαλονίκης, ένας ποδοσφαιριστής του Άρη δέχτηκε επίθεση από κάποιον στρατιώτη, «φίλο προφανώς αθλητού τινός της Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών» όπως υποθέτει παρακάτω η επιστολή. Η επίθεση έγινε ενώ η ομάδα του Άρη κέρδιζε και με την αφορμή «μικροεπεισοδίου τινός δημιουργηθέντος μεταξύ των αγωνιζομένων αθλητών». Ο στρατιώτης εισέβαλε στον αγωνιστικό χώρο και όταν ο ποδοσφαιριστής του Άρη Ζηνιζόπουλος του υπέδειξε -πάντα κατά την επιστολή- να αποχωρήσει, εκείνος τράβηξε την ξιφολόγχη του και τραυμάτισε τον ποδοσφαιριστή στην κοιλιακή χώρα. Όπως επίσης διευκρινίζεται στην εξιστόρηση του συμβάντος, ο στρατιώτης συνελήφθη από το κοινό που τον αφόπλισε πριν προλάβει να προξενήσει μεγαλύτερη σωματική βλάβη στον ποδοσφαιριστή και ο τελευταίος διακομίστηκε σε χειρουργική κλινική για τις πρώτες βοήθειες.

Στη συνέχεια του γράμματος στηλιτεύεται με έντονο αποτροπιασμό η στάση των υπευθύνων του αθλητικού τμήματος της Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών: «Αλλά των πάντων χείριστον, το γεγονός εκείνον το οποίον μας εκπλήττει και διαδηλοί ότι ολόκληρον τον Αθλητικόν Τμήμα της Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών επεκρότησε την αθλίαν ταύτην πράξην του μυσαρού δολοφόνου...», είναι πως ο πρόεδρος του αθλητικού τμήματος της Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών παρουσιάστηκε άμεσα, μαζί μάλιστα με δύο ακόμη μέλη της διοικούσας επιτροπής του συλλόγου του στο γραφείου του υπεύθυνου αξιωματικού του φρουραρχείου, όπου βρισκόταν ο συλληφθείς , και διαβεβαίωναν πως ο τελευταίος δεν έφερε μαζί την ξιφολόγχη του ενώ παρακολουθούσε τον αγώνα, άρα δεν επιτέθηκε με αυτή.

Αντί λοιπόν, λένε οι παράγοντες του Άρη για τους κωνσταντινουπολίτες συναδέλφους τους, να εκφράσουν την θλίψη τους για το γεγονός της επίθεσης, εκείνοι προσπαθούσαν να υπερασπιστούν τον οπαδό της ομάδας τους. Απορούν λοιπόν οι άνθρωποι του Άρη πως με τέτοια συμπεριφορά οι παράγοντες της Ενώσεως Κωνσταντινουπολιτών «αξιούν να συγκαταλέγονται μεταξύ των σημαιοφόρων του αθλητισμού της πόλεως». Είναι αυτή μια άμεση κατηγορία κατά του νέου σωματείου που ακολουθεί την έμμεση εκείνη που αναφέρεται στην αρχή της επιστολής, δηλαδή τον σχεδόν με υποτιμητική έννοια χρησιμοποιημένο χαρακτηρισμό «αρτισύστατη» για τη Ένωση Κωνσταντινουπολιτών. Χαρακτηρισμό που ενδεχομένως να υπονοεί και την προσφυγική προέλευση του νέου συλλόγου, απαξιώντας του νεοφερμένους στην πόλη.

Βλέπουμε λοιπόν ήδη, από τον τρόπο που περιγράφεται το συμβάν στην επιστολή, την υφέρπουσα αντιπαλότητα ανάμεσα στα δύο σωματεία, που θα μεγαλώσει με την πάροδο των ετών και με την παγίωση και του Άρη και του ΠΑΟΚ ανάμεσα στις κορυφαίες αθλητικές πραγματικότητες της Ελλάδας και της Θεσσαλονίκης. Βλέπουμε επίσης ότι ήδη από τα πρώτα χρόνια του ελληνικού ποδοσφαίρου τα -έστω σποραδικά- βίαια συμβάντα δεν ήταν άγνωστα. Φανερή είναι επίσης και μια άλλη ομοιότητα με το σήμερα, καθώς από τότε παράγοντες και διοικήσεις των ομάδων φρόντιζαν να υποστηρίζουν τους οπαδούς τους που είχαν παρεκτραπεί.

Η επιστολή καταλήγει ζητώντας τη λήψη αυστηρών μέτρων κατά των κρουσμάτων βίας καθώς όπως τονίζει: «Ο Σύλλογος ημών, το τεράστιον τούτον αθλητικόν συγκρότημα διασείεται εκ θεμελίων και το φοβερόν της διαλύσεως φάσμα, διαβλέπομεν λείχον τας πτυχάς της σημαίας μας»



Ποδόσφαιρο στα χρόνια της μπούρκας.

Πριν από μερικές μέρες η FIFA, η παγκόσμια συνομοσπονδία του ποδοσφαίρου δηλαδή, απαγόρευσε στην εθνική ομάδα γυναικών του Ιράν να πάρει μέρος στο προολυμπιακό τουρνουά για να κερδίσει τη συμμετοχή της στους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γίνουν στο Λονδίνο σε περίπου ένα χρόνο από σήμερα. Αιτία; Η εμφάνιση των ποδοσφαιριστριών του Ιράν. Ένα ολόσωμο σύνολο που δεν άφηνε ακάλυπτο κανένα σημείο του σώματος των αθλητριών και κατέληγε σε μια, ελαφρώς προς το αθλητικότερο, παραλλαγή της μουσουλμανικής μαντίλας που καλύπτει το κεφάλι.


Η επίσημη θέση της FIFA είναι πως στις ποδοσφαιρικές εμφανίσεις απαγορεύεται οποιοδήποτε σύμβολο πολιτικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα, άρα -ως θρησκευτικό σύμβολο- δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η μαντίλα ή κάποια κοντινή σ’ αυτήν εκδοχή καλύμματος του κεφαλιού. Έτσι κι αλλιώς πάντως κάπως έτσι είναι αναγκασμένες να παίζουν ποδόσφαιρο οι γυναίκες στα γήπεδα του Ιράν. Ίσως να είναι λίγο άβολο, ειδικώς τους θερμούς καλοκαιρινούς μήνες, αλλά μάλλον πρέπει να θεωρούν τους εαυτούς τους τυχερούς αν σκεφτεί κανείς τι συμβαίνει με το γυναικείο ποδόσφαιρο στο Αφγανιστάν.



Εκεί υπάρχει πρακτικά μία μόνο ομάδα γυναικείου ποδοσφαίρου που οι αθλήτριές της δεν χρειάζεται να φορέσουν ολόσωμα σύνολα, μαντίλες ή μπούρκες για να παίξουν μπάλα, αλλά όμως είναι αναγκασμένες να προπονούνται υπό την προστασία ένοπλων στρατιωτών, καθώς δέχονται συχνότατα απειλές, ακόμη και κατά της ζωής τους, από φανατικούς μουσουλμάνους που θεωρούν άσεμνη δραστηριότητα το γυναικείο ποδόσφαιρο. Ορισμένες παίκτριες παίζουν χωρίς να το γνωρίζει η οικογένειά τους, ενώ η αρχηγός της ομάδας όταν την πίεσαν να σταματήσει το ποδόσφαιρο προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Αυτό δεν είναι το μοναδικό τους πρόβλημα. Εξ ίσου σημαντικό είναι πως δεν έχουν άλλες ομάδες για να αγωνιστούν. Ο μόνος διαθέσιμος αντίπαλος είναι η γυναικεία ομάδα ποδοσφαίρου της αποστολής του ΝΑΤΟ στην Καμπούλ. Όταν κερδίζουν πάντως, πολλοί άνδρες θεατές πανηγυρίζουν μαζί τους τη νίκη.

Η "γιάφκα" του Ολυμπιακού κι ο "ινστρούχτορας" Νίκος Γιούτσος.

Στο φύλλο της Τρίτης 16ης Μαρτίου 1965, η "Ελευθερία" απαντά στην "κινδυνολογία".
Στις 18 Φεβρουαρίου του 1964 ο πρόεδρος της Ένωσης Κέντρου, Γεώργιος Παπανδρέου σχημάτισε αυτοδύναμη κυβέρνηση ύστερα από την ευρύτερη εκλογική νίκη που είχε πετύχει μέχρι τότε ένα πολιτικό κόμμα στην ιστορία του ελληνικού κοινοβουλευτισμού, καθώς μόλις λίγες μέρες νωρίτερα είχε επικρατήσει με ποσοστό 52,8%. Οι εκλογές αυτές ήταν οι δεύτερες που έγιναν μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Είχαν προηγηθεί εκείνες του Νοεμβρίου της προηγούμενης χρονιάς, στις οποίες η Ένωση Κέντρου είχε επικρατήσει, αλλά με ποσοστό 42,04%, πράγμα που δεν της έδινε κοινοβουλευτική αυτονομία. Έτσι χρειάστηκε τότε την στήριξη της Ε.Δ.Α. για να σχηματίσει κυβέρνηση.
Οι αντίπαλοι του Γεωργίου Παπανδρέου είχαν προφανώς δει με κακό μάτι την -έστω και περιορισμένη- συνεργασία κέντρου και αριστεράς. Δεν παρέλειπαν λοιπόν να τονίζουν τον υποτιθέμενο φιλοκομμουνιστικό χαρακτήρα της κυβέρνησης Παπανδρέου, παρά το γεγονός πως αυτή απολάμβανε ευρείας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας χωρίς να στηρίζεται πλέον στους βουλευτές της Ε.Δ.Α. και βεβαίως παρά την πολιτική ιστορία του Γεωργίου Παπανδρέου που είχε παλαιότερα διακριθεί για τον αντικομμουνισμό του.
Εκείνη την εποχή μάλιστα άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως ο όρος «κινδυνολογία» και με αυτόν ο τύπος του κέντρου κατηγορούσε εκείνον της δεξιάς πως έβλεπε πίσω από κάθε κυβερνητική ενέργεια τον περιλάλητο «κομμουνιστικόν δάκτυλον».
Ο χώρος του αθλητισμού δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από αυτό το κλίμα. Τα έντυπα και οι εφημερίδες της δεξιάς αντιπολίτευσης έβλεπαν άλωση του ελληνικού αθλητισμού από τους μπολσεβίκους. Οι αιτιάσεις ήταν ποικίλες. Ανέφεραν πως στην Ελλάδα εργάζονται πολλοί προπονητές προερχόμενοι από το «παραπέτασμα», δηλαδή το ανατολικό μπλοκ και στην ουσία λειτουργούσαν ως «ινστρούχτορες» . Ισχυρίζονταν πως οι αθλητικές ομοσπονδίες είχαν αλωθεί από τους κομμουνιστές ή πως διεξάγονται πολλοί φιλικοί αγώνες με ομάδες των ανατολικών χωρών, διότι οι διοργανωτές τους κινούμενοι εκ του πονηρού επιδιώκουν με αυτόν τον τρόπο την συμφιλίωση της ελληνικής νεολαίας με τον κομμουνισμό. Έφριτταν μάλιστα βλέποντας «το λαοφιλές σωματείον του Ολυμπιακού Πειραιώς» να έχει μεταβληθεί σε γιάφκα, καθώς είχε δεχτεί στις τάξεις του τον Νίκο Γιούτσο, γεννημένο στην Καστοριά, αλλά εκ Βουδαπέστης ορμώμενο καθώς ήταν παιδί πολιτικών προσφύγων που είχαν βρεθεί εκεί μετά τον Εμφύλιο. Μάλιστα ο Ολυμπιακός ετοιμαζόταν να φέρει και άλλους ποδοσφαιριστές ελληνικής καταγωγής από ανατολικές χώρες και -άκουσον, άκουσον- Ούγγρο προπονητή, πράγμα μάλιστα που οι υπεύθυνοι του σωματείου είχαν το θράσος να το διατυμπανίζουν. Όλοι καταλαβαίνουμε φυσικά πως πρόκειται για τον Ούγγρο Μάρτον Μπούκοβι, που λίγο διάστημα μετά τα σχετικά «κινδυνολογικά» δημοσιεύματα θα έρθει πράγματι στην Ελλάδα για λογαριασμό του Ολυμπιακού και θα αλλάξει την ιστορία του συλλόγου, αλλά και συνολικά του ελληνικού ποδοσφαίρου.
Έγραφαν λοιπόν σχετικά « Μια επιπόλαια και επικίνδυνος πολιτική έχει αρχίσει να αναπτύσσεται εις τον λαοφιλέστατον  Ολυμπιακόν, με κίνδυνον να μεταβάλη το ιστορικό αυτό σωματείο σε «γιάφκα». Εκεί ανεκαλύφθη μια μέθοδος «επαναπατρισμού» από το παραπάτεσμα, φυγάδων Ελλήνων, προς ενίσχυσιν του δυναμικού της ομάδος! Και ήδη μετά την έλευσιν εκ Βουδαπέστης του Γιούτσου, αγγέλλεται η προσεχής άφιξης εξ Ουγγαρίας των Σινάκτα, Τσάτσου, αδελφών Δινοπούλου κ.ά. Ταυτοχρόνως έχει εξαγγελθή η πρόσληψις δύο Ούγγρων προπονητών. Όλα δε αυτά επραγματοποιήθησαν με την άμεσον επέμβασιν και δραστηριοτάτην ανάμιξιν βουλευτού της ΕΔΑ και σημαίνοντος παράγοντός της.»

Ο "ινστρούχτορας" Νίκος Γιούτσος με τη φανέλα της "γιάφκας" του Ολυμπιακού.
Στην «κινδυνολογία που αντικατέστησε την σοβιετολογία» έρχεται να απαντήσει η εφημερίδα «Ελευθερία», μια από τις σημαντικές εφημερίδες του κεντρώου πολιτικού χώρου της εποχής, με άρθρο του συντάκτη της Σπύρου Γιαννάτου, στις 16 Μαρτίου 1965.  Εκεί διαβάζουμε πως είναι αστεία τα κινδυνολογικά δημοσιεύματα του αντιπολιτευόμενου τύπου καθώς ανέκαθεν στην Ελλάδα έρχονταν προπονητές προερχόμενοι από ανατολικές χώρες. Ακόμη και προπολεμικώς, όταν φυσικά οι χώρες αυτές δεν ανήκαν στον «κομμουνιστικό κόσμο». Άλλωστε -σημειώνει ο συντάκτης της «Ελευθερίας»- και στα 1963, όταν την Ελλάδα κυβερνούσε η δεξιά με την Ε.Ρ.Ε., είχαν έρθει πολλοί ανατολικοί προπονητές να εργασθούν στην Ελλάδα. Για την ακρίβεια 5 Γιουγκοσλάβοι και 3 Ούγγροι. Συνολικά οκτώ, δηλαδή ένας περισσότερος από τους επτά ανατολικούς προπονητές που εργάστηκαν στην Ελλάδα την επόμενη χρονιά, επί κυβερνήσεως Ένωσης Κέντρου. Γιατί, αναρωτιέται η εφημερίδα, «κινδυνεύει ο ελληνικός αθλητισμός σήμερα και δεν κινδύνευε επί ΕΡΕ;».  Επίσης ανατρέπεται η άποψη πως διεξάγονται πολλοί φιλικοί διεθνείς αγώνες με ομάδες από χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού κι αυτό γιατί οι ελληνικές ομάδες έχουν αγωνισθεί περισσότερες φορές με δυτικές, παρά με ανατολικές ομάδες, παρ’ ότι οι ανατολικές βρίσκονται εγγύτερα στην χώρα μας και άρα τα έξοδα μετάκλησης ή ταξιδιού για αγώνες είναι αισθητά χαμηλότερα. Ακλόνητο επιχείρημα αν σκεφτεί κανείς πως το σημαντικότερο εμπόδιο για διεθνείς αγώνες εκείνη την εποχή ήταν το κόστος μετακίνησης.
Η «Ελευθερία» επισημαίνει επίσης πως καθόλου δεν έχουν περάσει οι αθλητικές ομοσπονδίες στα χέρια κομμουνιστών ή «συνοδοιπόρων» καθώς πολλές από αυτές διοικούνται από προβεβλημένα στελέχη της δεξιάς παράταξης. Τρανό παράδειγμα η ομοσπονδία της κολύμβησης στην οποία προεδρεύει ο σημαίνων παράγοντας της δεξιάς ναύαρχος Τούμπας. Για τον Ολυμπιακό τέλος παρατηρεί πως είναι δύσκολο να μεταβληθεί σε γιάφκα με πρόεδρο τον πρώην υπουργό και νυν βουλευτή της ΕΡΕ Ανδριανόπουλο.
Τελικά λέτε να μην ήταν «ινστρούχτορας» ο Γιούτσος;

Η "Λαϊκή Ολυμπιάδα" που δεν έγινε ποτέ.


Οι «Εργατικές Ολυμπιάδες» γεννήθηκαν από την αντίθεση της ευρωπαϊκής -κυρίως - αριστεράς στους παραδοσιακούς ολυμπιακούς αγώνες και στα αριστοκρατικά, αλλά και εμπορευματικά χαρακτηριστικά που ξεκάθαρα πια άρχισε να προσλαμβάνει το αθλητικό φαινόμενο μέσα στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι. Προκαθορισμένος σκοπός των «Εργατικών Ολυμπιάδων» ήταν η προώθηση του αθλητισμού σαν δικαίωμα της εργατικής τάξης που αποσκοπεί στην βελτίωση της ποιότητας ζωής των λαϊκών στρωμάτων, που προωθεί το διεθνιστικό πνεύμα και την εργατική αλληλεγγύη ανάμεσα στους προλετάριους όλων των χωρών. Είναι χαρακτηριστικό πως στις Εργατικές Ολυμπιάδες δεν αναρτούσαν σημαίες εθνικών κρατών , αλλά μόνο μία κόκκινη σημαία που συμβόλιζε το παγκόσμιο εργατικό κίνημα.
Στην εποχή του Μεσοπολέμου αναπτύχθηκαν δύο μεγάλες διεθνείς εργατικές αθλητικές ομοσπονδίες. Η Σοσιαλιστική Εργατική Αθλητική Διεθνής («SASI» από τα αρχικά του τίτλου της στα γερμανικά: Sozialistische Arbeiter Sport Internationale) και η Διεθνής Ομοσπονδία των Ερυθρών Αθλητικών και Γυμναστικών Ενώσεων (International Association of Red Sports and Gymnastics Associations) πιο γνωστή ως Ερυθρά Αθλητική Διεθνής ή RSI ή Sportintern. Οι συζητήσεις για τη δημιουργία της πρώτης είχαν ήδη ξεκινήσει από το 1913, αλλά τελικώς ιδρύθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στα 1919. Στην αρχή συμμετείχαν όλες οι εργατικές αθλητικές ενώσεις και ομοσπονδίες, αλλά σύντομα η SASI κατέληξε να πρόσκειται στην σοσιαλδημοκρατική Β’ Διεθνή, ενώ κάποιες εργατικές αθλητικές ομοσπονδίες αποχώρησαν και σχημάτισαν στα 1921 την Sportintern που εξέφρασε την Γ’ Διεθνή και την Σοβιετική Ένωση.
Πιστές στην «παράδοση» της αριστεράς οι δύο εργατικές αθλητικές ομοσπονδίες διατήρησαν σημαντική αντιπαλότητα μεταξύ τους. Παρά ταύτα η SASI κατάφερε να διοργανώσει με εξαιρετική επιτυχία πέντε Διεθνείς Εργατικές Ολυμπιάδες, τρεις θερινές (1925, 1931, 1937) και δύο χειμερινές (1925, 1931). Εντυπωσιακό είναι μάλιστα το γεγονός πως η δεύτερη θερινή και η δεύτερη χειμερινή Ολυμπιάδα της SASI στα 1931 (σε Βιέννη και Μίρτσουσλαγκ της Αυστρίας αντίστοιχα) είχαν πολύ περισσότερες συμμετοχές από τους θερινούς και τους χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1932 που διοργάνωσε η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή στο Λος Άντζελες και στο Λέικ Πλάσιντ των Η.Π.Α.
Η Sportintern από τη μεριά της διοργάνωνε κι εκείνη αγώνες ίδιου διαμετρήματος. Τους ονόμαζε «Σπαρτακιάδες» και έγραψαν σπουδαία ιστορία που συνεχίστηκε και μεταπολεμικά. Αυτό όμως δεν εμπόδισε την ποδοσφαιρική ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης, που προφανώς ήταν προσκείμενη στην Γ’ Διεθνή και άρα στην Sportintern να συμμετάσχει και να κερδίσει στους αγώνες της 3ης Εργατικής Ολυμπιάδας της SASI, στην Αμβέρσα στα 1937.

Στα 1936 επρόκειτο να γίνουν οι «επίσημοι» ολυμπιακοί αγώνες της Δ.Ο.Ε. στο Βερολίνο. Η αλήθεια είναι πως οι αγώνες είχαν ανατεθεί στην Γερμανία πολύ πριν την άνοδο στην εξουσία των ναζιστών. Όμως η νέα πολιτική κατάσταση στη χώρα είχε θορυβήσει την παγκόσμια κοινότητα και - προφανώς - την αριστερά και τα συνδικάτα. Η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή ζήτησε κάποιες εγγυήσεις από τον Χίτλερ, που αφορούσαν κυρίως στην χωρίς διακρίσεις συμμετοχή όλων στους αγώνες και εκείνος φυσικά έσπευσε να διαβεβαιώσει για τις αγνές προθέσεις του. Παρά ταύτα κατάφερε με διάφορες μεθοδεύσεις να μην συμμετέχει ούτε ένας αθλητής ή αθλήτρια εβραϊκής καταγωγής στην πολυπληθέστατη γερμανική ολυμπιακή ομάδα.
Όπως και νά ‘χει πάντως το εργατικό κίνημα αποφάσισε να οργανώσει μια «αντιολυμπιάδα» στην οποία δήλωσε συμμετοχή και η SASI και οι εθνικές εργατικές αθλητικές ομοσπονδίες που ανήκαν στη δύναμή της, αλλά και πολλές από τις αθλητικές εργατικές ομοσπονδίες που ανήκαν στην Ερυθρά Αθλητική Διεθνή, δηλαδή την Sportintern. Ιδανικότερη πόλη για την τέλεση της «Λαϊκής Ολυμπιάδας» όπως ονομάστηκε, ιδανικό «αντιΒερολίνο» δεν μπορούσε να είναι άλλο από τη Βαρκελώνη του κυβερνώντος Λαϊκού Μετώπου. Άλλωστε η νεοεκλεγμένη ισπανική δημοκρατική κυβέρνηση, είχε αποφασίσει να μποϋκοτάρει τους αγώνες του Βερολίνου.
Για τους αγώνες έφτασαν στη Βαρκελώνη περισσότεροι από 6000 αθλητές από πολλές χώρες της Ευρώπης, από τις Η.Π.Α., από τη Λατινική Αμερική, την Αλγερία, αλλά και εξόριστοι αθλητές εργάτες και συνδικαλιστές από τη Γερμανία (άλλωστε η Γερμανική Εργατική Αθλητική Ομοσπονδία ήταν η μεγαλύτερη από τις ομοσπονδίες της SASI) και την Ιταλία. Υπήρχαν επίσης αθλητές από συνδικάτα της Γαλικίας, της Καταλωνίας, της Χώρας των Βάσκων, της Αλσατίας και άλλων «αλύτρωτων» περιοχών της Ευρώπης. Εκτός από τα κλασικά ολυμπιακά αθλήματα , όπως ο στίβος, η γυμναστική, η ποδηλασία, το ποδόσφαιρο, η κολύμβηση κ.λπ. ήταν προγραμματισμένοι και αγώνες σκάκι, καθώς και αγώνες θεάτρου, μουσικής και λαϊκών χορών. Ημερομηνία έναρξης της Λαϊκής Ολυμπιάδας είχε προγραμματιστεί να είναι η 22 Ιουλίου του 1936. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 17 Ιουλίου, θα ξεσπάσει ο Ισπανικός Εμφύλιος και οι αγώνες θα ματαιωθούν. Από τους αθλητές που βρέθηκαν στη Βαρκελώνη για τους αγώνες, κοντά δύο χιλιάδες δεν θα φύγουν από την Ισπανία, αλλά θα μείνουν να πολεμήσουν στο πλευρό των δημοκρατικών από τις γραμμές των Διεθνών Ταξιαρχιών. Περισσότεροι από 300 θα θυσιαστούν στον αγώνα.





Περί εισβολών εντός του αγωνιστικού χώρου και άλλων παρεμφερών δαιμονίων.

Το ποδόσφαιρο είναι αρένα.Παιδί της βιομηχανικής επανάστασης και του καπιταλισμού. Βαλβίδα ασφαλείας του συστήματος. Πάντα έτσι ήταν. Ο Εγγλέζος βιομηχανικός εργάτης που είχε παρατήσει το χωριό του για να δουλέψει στο εργαστάσιο της πόλης, έπαιζε μπάλα κάθε Κυριακή για να εκτονώσει την ανάγκη του για επαφή με το χώμα, με τη γη που είχε χάσει. Ο χιλιανός οπαδός μόνο στο γήπεδο μπορούσε να φωνάξει και μόνο εκεί να βρεθεί με άλλους μαζί. Γιατί η ομάδα είναι ένταξη, συλλογικότητα και ταυτότητα. Γύρω από αυτά χτίζεται ένας ουρανοξύστης κερδών για πολλούς από τους εμπλεκόμενους στο χώρο. Πόσες πιθανότητες έχει ένας έφηβος στην σημερινή ελληνική κοινωνία (αλλά και έξω από αυτή σε άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες) να μην πορωθεί με την ομάδα του; Ελάχιστες. Στην πραγματικότητα αν δεν το κάνει θα μείνει στην άκρη της παρέας και θα θεωρείται "παράξενος". Πόσο χρήμα θα καταναλώσει ο έφηβος για την ομάδα και εξ αιτίας της ομάδας. Κυρίως μάλιστα το δεύτερο: εξ αιτίας της ομάδας. Όσο πιο "άρρωστος" είναι τόσο πιο πολύ χρήμα.

Παρακάτω: Ελλάδα=κοινωνία σε κρίση. Σφοδρή κρίση. Η βαλβίδα ασφαλείας που λέγαμε. Ε, όσο πιο μεγάλη κρίση, τόσο πιο συχνά θ' ανοίγει η βαλβίδα. Τόσο πιο συχνά θα μπουκάρουν στο γήπεδο. Μήπως μόνο εκεί άραγε θέλουν να μπουκάρουν; Για άστους ελεύθερους να δεις αν θα μείνει όρθιο πεζοδρόμιο.

Ακόμα παρακάτω: Το ποδόσφαιρο είναι το ομορφότερο παιχνίδι. Για να παίζεις. Όχι όμως στην Ελλάδα.Εδώ είσαι στην περιφέρεια του καπιταλισμού με τα ειδικά τοπικά σου σύνδρομα. Είσαι θεατής. Εδώ είσαι στην κυριαρχία της εικόνας. Παθητικός μέχρι τελικής. Δεν παίζεις ποδόσφαιρο, βλέπεις. Όπως βλέπεις στα κανάλια να χορεύουν, αλλά δεν χορεύεις ή να μαγειρεύουν, αλλά παραγγέλνεις ντιλίβερι. Ελλειπής και ημιμαθής, αγόμενος και φερόμενος.Ζυμάρι πού 'λεγε κι ο Μακρυγιάννης.

Η δίκη του κυρίου Anakin.

Είμαστε στην Μεγάλη Βρετανία του 1908. Εδώ και κάποιο διάστημα ένας σχετικός νόμος απαγορεύει τα τυχερά παιχνίδια σε όλα τα δημόσια καταστήματα ψυχαγωγίας, δηλαδή κυρίως στις γνωστές, κλασικές βρετανικές pub, χώρους καθημερινής συνάντησης και διασκέδασης των βρετανών.


Ο κύριος Foot Anakin, ιδιοκτήτης μιας τέτοιας pub στο Leeds της Αγγλίας, βρέθηκε κατηγορούμενος μετά από μήνυση που του έγινε εκ μέρους των τοπικών αρχών, διότι στο κατάστημά του παιζόταν ένα τυχερό παιχνίδι ονόματι «darts» . Θα μπορούσαμε να μεταφράσουμε ελληνιστί τον όρο ως «βελάκια» και έτσι να καταλάβουμε όλοι πως πρόκειται για το κλασικό εκείνο παιχνίδι, που παίζεται πετώντας με το χέρι κάποια βελάκια με μεταλλική μύτη και ουρά που καταλήγει σε φτερά ,πάνω σε έναν στρογγυλό στόχο χωρισμένο και διαβαθμισμένο με αριθμούς από το ένα έως το είκοσι.

Τα κλασικά βελάκια με λίγα λόγια, που η ιστορία τους χάνεται αρκετά βαθειά στους αιώνες και στην ευρωπαϊκή κουλτούρα. Υπάρχουν πηγές που αναφέρουν πως ένα όμοιο με τα βελάκια παιχνίδι παιζόταν από τους ρωμαίους λεγεωνάριους που σημάδευαν με μικρά μαχαίρια κορμούς δέντρων. Αυτοί μάλλον έφεραν στα βρετανικά νησιά τη συνήθεια της σκοποβολής σε μικρούς στόχους, πάντως τις πρώτες γραπτές αναφορές στους όρους «Dart» και «Darting» (αν και με αρκετά διαφορετική από τη σημερινή τους σημασία) τις έχουμε στο «Oxford English Dictionary» του 1314. Ο μύθος λέει πως το παιχνίδι ήταν δημοφιλές στους «Προσκυνητές Πατέρες», μια θρησκευτική ομολογία, που βρίσκονταν ανάμεσα στους πρώτους αποίκους που ταξίδεψαν με το περίφημο «Mayflower» από την Αγγλία για τον Νέο Κόσμο. Αν και η πληροφορία αυτή μάλλον ανήκει στο χώρου του θρύλου, ο ιστορικός των darts Edmund Carl Hady παρουσιάζει πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες πολλοί ταξιδιώτες του «Mayflower» (και όχι αποκλειστικά οι «Προσκυνητές Πατέρες» ) όταν δεν χάζευαν τα κύματα του Ατλαντικού, σκότωναν την ώρα τους πετώντας βελάκια πάνω σε έναν ξύλινο πάτο βαρελιού. Έτσι κι αλλιώς λίγο μετά τα μισά του 19ου αιώνα το παιχνίδι είχε γίνει πολύ δημοφιλές στις pub και ο ξύλινος πάτος του βαρελιού είχε αντικατασταθεί από τον γνωστό αριθμημένο στόχο που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Η διάταξη των αριθμών είναι τέτοια που βραβεύει τις πολύ ακριβείς βολές γι αυτό δίπλα σε κάθε νούμερο μεγάλης αξίας υπάρχουν αριθμοί μικρής αξίας, έτσι ώστε μια έστω και λίγο άστοχη βολή να έχει μεγάλες αρνητικές συνέπειες στην βαθμολογία του παίχτη. Ο στόχος και η διάταξη της αρίθμησής του λέγεται ότι παγιώθηκαν οριστικά από έναν ξυλουργό, τον Brian Gamlin από το Bury του Lancashire στα 1896.

Ακριβώς δώδεκα χρόνια μετά όμως ο κύριος Foot Anakin βρέθηκε κατηγορούμενος γιατί αυτό το παιχνίδι θεωρήθηκε τυχερό. Στο δικαστήριο παρουσιάστηκε με ένα σετ βελάκια και ένα στόχο. Για να αποδείξει πως η επιτυχία στα βελάκια δεν βασιζόταν στην τύχη, αλλά στην ικανότητα του παίχτη έριξε τρία βελάκια στον στόχο που και τα τρία καρφώθηκαν στην περιοχή του 20, δηλαδή στην υψηλότερη σε συγκομιδή βαθμών περιοχή του στόχου. Ύστερα προκάλεσε του ενόρκους ζητώντας κάποιος από αυτούς να ρίξει τρεις βολές που θα έχουν την ακρίβεια που είχαν οι δικές του. Ο πρόεδρος διάλεξε έναν νεαρό ανάμεσα στους παριστάμενους και του παρήγγειλε να δοκιμάσει. Οι δύο πρώτες βολές του νεαρού δεν βρήκαν καν τον στόχο, ενώ η τρίτη κατέληξε πολύ μακριά από το είκοσι. Τότε και ενώ ο πρόεδρος σκεφτόταν τι να αποφασίσει ο Anakin έριξε άλλες τρεις βολές που καρφώθηκαν και οι τρεις πάλι στο 20, αλλά σε εκείνη την πολύ μικρή περιοχή του στόχου όπου αν την πετύχεις διπλασιάζεται η αξία της βολής σου, δηλαδή στο διπλό 20 εν προκειμένω. Ο δικαστής ρώτησε τον κατηγορούμενο: «μπορείτε να το επαναλάβετε αυτό κύριε Anakin;» κι ο τελευταίος απάντησε «βεβαίως» και επανέλαβε τις βολές με την ίδια επιτυχία. Το δικαστήριο είχε πεισθεί, ο πρόεδρος εκστασιασμένος ανέκραξε: «Αυτό δεν είναι τυχερό παιχνίδι», ο κύριος Anakin αθωώθηκε πανηγυρικά και τα βελάκια διέσχισαν οριστικά τη λεπτή γραμμή που χωρίζει τη νομιμότητα απ’ την παρανομία...









Ο Μότσαρτ δεν παίζει για τον Χίτλερ. Η σύντομη ζωή του Ματίας Ζίντελαρ.

Ο Matthias Sindelar με τη φανέλα της Αυστρίας
O Ματίας Ζίντελαρ (Matthias Sindelar) γεννήθηκε ως Matěj Šindelář στο Κοσλόβ, στην Μοραβία της Τσεχίας, όταν αυτή ήταν κομμάτι της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, δηλαδή της Αυστροουγγαρίας, στα 1903.

Στη ζωή του πρόλαβε να εξελιχθεί στον μεγαλύτερο ποδοσφαιριστή της εποχής του και σε έναν από τους μεγαλύτερους του 20ου αι. Με το προσωνύμιο «Μότσαρτ του Ποδοσφαίρου» θα είναι μαζί με τον ιταλό Τζουζέπε Μεάτσα, τον ούγγρο Γκεόργκι Σάροζι και τον καταλανό Ρικάρντο Θαμόρα οι πρώτοι παίκτες διάσημοι σε όλο τον πλανήτη, οι πρώτοι «σταρ» του ποδοσφαίρου θα λέγαμε με σημερινούς όρους.

Η οικογένειά του είναι μάλλον εβραϊκής καταγωγής, αλλά αυτό δεν είναι απόλυτα επιβεβαιωμένο. Το σίγουρο είναι πως μαστίζεται από τη φτώχεια και για οικονομικούς λόγους, όταν ο Ματίας είναι μόλις δύο ετών, μετακομίζει στην Βιέννη, όπου εγκαθίσταται σε μια συνοικία της πόλης με μεγάλη σλαβόφωνη κοινότητα τσεχικής προέλευσης. Εκεί, στους δρόμους της γειτονιάς του, πρωτοπαίζει μπάλα ο νεαρός Ζίντελαρ και έχει την τύχη να το κάνει σε μια χώρα που στα χρόνια που θα έρθουν θα πρωταγωνιστήσει, μαζί με τις άλλες κεντροευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ουγγαρία και η Τσεχία (όλες βγαλμένες από την διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας με το τέλος του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου) στην ανάπτυξη του ποδοσφαιρικού πολιτισμού της Ευρώπης.

Σε υψηλό επίπεδο θα αγωνιστεί ήδη από τα εφηβικά του χρόνια. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, στα 1918, αρχίζει να παίζει για την Χέρτα της Βιέννης και έξι χρόνια αργότερα, στα 1924 θα μεταγραφεί στην Αούστρια Βιέννης, που τότε ονομαζόταν Wiener Amateur-SV. Μαζί της θα κερδίσει πέντε φορές το Κύπελλο Αυστρίας, μία φορά το αυστριακό πρωτάθλημα και δύο το Μιτρόπα Καπ, τη μοναδική διασυλλογική ποδοσφαιρική οργάνωση της εποχής στην Ευρώπη, μία στα 1933 κόντρα στην Αμπροζιάνα του Μιλάνο, δηλαδή τη σημερινή Ίντερ και μία τρία χρόνια αργότερα εναντίον της Σλάβια Πράγας στον τελικό.

Από πολύ μικρός γίνεται μέλος της Εθνικής Αυστρίας και αυτή δεν είναι καθόλου τυχαία, αλλά μία από τις καλύτερες εθνικές ομάδες της προπολεμικής περιόδου. Οι περισσότεροι τη γνωρίζουν με τον αξιοζήλευτο χαρακτηρισμό Wunderteam (Βούντερτιμ) δηλαδή «Ομάδα Θαύμα» και έχει προπονητή τον Ούγκο Μάισλ έναν από τους πρώτους μεγάλους θεωρητικούς του ποδοσφαίρου. Μαζί της θα φτάσει μέχρι τον μικρό τελικό και την τέταρτη θέση στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 στην Ιταλία. Εκτός αυτού η «Βούντερτιμ» στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 θα καταφέρει να συντρίψει τη Σκωτία με 5-0 και να δημιουργήσει έναν από τους ιστορικότερους προπολεμικούς ποδοσφαιρικούς αγώνες, όταν ηττήθηκε από την Αγγλία με 4-3 στο Λονδίνο. Ένα παιχνίδι στο οποίο έλαμψε πραγματικά το αστέρι του Ζίντελαρ και για το οποίο οι Τάιμς έγραψαν πως οι αυστριακοί ήταν οι ηθικοί νικητές. Τέλος με την εθνική του ομάδα, ο Ματίας Ζίντελαρ πανηγύρισε και την κατάκτηση ενός Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης στα 1932. Σήμερα θεωρείται ο μεγαλύτερος αυστριακός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών.

Πριν τον αποκαλέσουν Μότσαρτ του Ποδοσφαίρου, ο Ζίντελαρ είχε ένα ακόμα παρατσούκλι: «Der Papierene», δηλαδή «Ο Χάρτινος». Το οφείλει στον «αεράτο» και τεχνικό τρόπο που είχε αναπτύξει στο παιχνίδι του, όντας κάτοχος εξαιρετικών τεχνικών δεξιοτήτων - σπάνιων σε σέντερ φορ όπως αυτός - και θέλοντας να αποφεύγει το σκληρό συχνά παιχνίδι των αντιπάλων του. Άλλωστε ένας τραυματισμός στον μηνίσκο και η συνακόλουθη - σαφώς δύσκολη για την εποχή- εγχείριση αποκατάστασης, τον έκαναν να παίζει πάντα με μια ειδική επιγονατίδα που έγινε σύντομα το σήμα κατατεθέν του.

Ο Ματίας Ζίντελαρ, υπήρξε ένας από τους πρώτους ποδοσφαιριστές που αμείφθηκε για την προώθηση μέσω της εικόνας του εμπορικών προϊόντων, μια μορφή επαγγελματισμού σχεδόν άγνωστη τότε, όμως ενδεικτική του πόσο αναγνωρίσιμος ήταν. Είχε πολλές προτάσεις να αγωνιστεί στο εξωτερικό, από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ , από σπουδαίες ιταλικές και γερμανικές ομάδες. Ποτέ όμως δεν θέλησε να εγκαταλείψει τη Βιέννη.

Στις 3 Απριλίου του 1938 ο μύθος του Ζίντελαρ παύει να είναι μόνο ποδοσφαιρικός. Εκείνη τη μέρα η Εθνική Αυστρίας αγωνίζεται τον τελευταίο της αγώνα. Ένα λαμπρό φιλικό παιχνίδι εναντίον της Εθνικής Γερμανίας στα πλαίσια των εορτασμών για το «Anschluss» , την ένωση δηλαδή ή καλύτερα την προσάρτηση του αυστριακού κράτους στο γερμανικό ράιχ που έχει επιτύχει ο Χίτλερ. Με προτροπή του ίδιου του Ζίντελαρ οι αυστριακοί δεν παίζουν με τις συνηθισμένες άσπρες και μαύρες εμφανίσεις, αλλά με κόκκινη φανέλα, λευκό σορτσάκι και κόκκινες κάλτσες, ακριβώς δηλαδή με τα χρώματα της αυστριακής σημαίας στη κανονική τους μάλιστα διάταξη. Για τον αγώνα που έγινε στο Πράτερ της Βιέννης έχουν γραφτεί πολλά. Οι περισσότερες μαρτυρίες συγκλίνουν στην άποψη πως ήταν συμφωνημένο να τελειώσει ισόπαλος, αλλά ο Ζίντελαρ έχοντας άλλη γνώμη όχι μόνο άνοιξε το σκορ, αλλά πήγε να πανηγυρίσει έξαλα και επιδεικτικά το γκολ που πέτυχε ακριβώς μπροστά από την εξέδρα των επισήμων με τους εκπροσώπους του ναζιστικού καθεστώτος. Είναι αυτός ο πρώτος πανηγυρισμός στην ιστορία του ποδοσφαίρου που συζητήθηκε τόσο. Οι αυστριακοί πάντως πέτυχαν και δεύτερο γκολ και ο αγώνας έληξε τελικώς με 2-0.

Μαζί με την προσάρτηση της χώρας προσαρτήθηκε και η Εθνική Αυστρίας σ’ εκείνη της Γερμανίας. Όχι όμως κι ο Ματίας Ζίντελαρ που αρνήθηκε επίμονα να αγωνιστεί για τη Γερμανία, προφασιζόμενος άλλοτε το προχωρημένο της ηλικίας του, ήταν ήδη 34 χρονών, άλλοτε τραυματισμούς. Αρνείται επίσης το ίδιο επίμονα να εγγραφεί στο ναζιστικό κόμμα.

Ζούσε στη Βιέννη με την αγαπημένη του Καμίλα Καστανιόλα (Camilla Castagnola), ιταλίδα εβραϊκής καταγωγής, που είχε γνωρίσει σε νοσοκομείο του Μιλάνο μετά από έναν τραυματισμό του στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934, όταν στις 23 Ιανουαρίου του 1939 βρέθηκαν κι οι δύο νεκροί στο σπίτι τους. Η επίσημη εκδοχή είναι πως πρόκειται για ατύχημα, για την ακρίβεια για δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα, αλλά κανείς δεν θα την πιστέψει. Οι φήμες τονίζουν την άβολη για τον νέο καθεστώς ύπαρξη ενός διάσημου ποδοσφαιριστή εμφανώς αντικαθεστωτικού και πιθανώς εβραίου και της σαφώς εβραίας κοπέλας του, αφήνοντας έτσι ανοιχτή την υπόθεση της δολοφονίας από το ναζιστικό κράτος ή από παρακρατικές ναζιστικές ομάδες.

Ο αυστριακός ποιητής Friedrich Torberg θα γράψει ένα ποίημα με τίτλο «Auf den Tod eines Fußballers» («Για τον Θάνατο ενός Ποδοσφαιριστή») όπου θα εκφράσει - ποιητική αδεία βεβαίως- την άποψη πως ο Ζίντελαρ αυτοκτόνησε βλέποντας την πατρίδα του προσηρτημένη στην ναζιστική Γερμανία ενώ θα κυκλοφορήσουν, ειδικά μετά τον πόλεμο πολλές μυθιστορηματικές βιογραφίες του ποδοσφαιριστή. Μια από αυτές μάλιστα, πολύ πρόσφατη, εκδόθηκε μόλις το 2007 με τίτλο: «La partita dell'addio. Matthias Sindelar, il campione che non si piegò a Hitler» («Το παιχνίδι του αποχαιρετισμού. Ματίας Ζίντελαρ, ο πρωταθλητής που δεν λύγισε μπροστά στον Χίτλερ») θα γραφτεί από έναν επαγγελματία ποδοσφαιριστή, τον ιταλό Nello Governato.

Όπως και να έχει πάντως η ζωή, η στάση και ο θάνατος του Ματίας Ζίντελαρ, γέννησαν το πρώτο αντιναζιστικό σύμβολο της Ευρώπης. Κάτι περισσότερο δηλαδή από ένα σπουδαίο σέντερ φορ.