Γίγας...

του Νίκου Γ. Λεμονή




Αναφορές για την ύπαρξη τερματοφυλάκων σε ποδοσφαιρικούς αγώνες έχουμε πολύ πριν από την πρώτη κωδικοποίηση των κανόνων του αθλήματος στα 1863. Ακόμα και μερικούς αιώνες πίσω από εκείνη την χρονιά, στα 1400 και στα 1500 έχουμε γραπτές περιγραφές που παρουσιάζουν ποδοσφαιρικά παιχνίδια και αναφέρουν την δυνατότητα που ένας μόνο ποδοσφαιριστής από κάθε ομάδα είχε, να μπορεί να αποκρούσει ή και να μεταφέρει τη μπάλα με τα χέρια του. Παρά ταύτα η πρώτη "θεσμική" καθιέρωση του ρόλου του τερματοφύλακα συμβαίνει με την τροποποίηση των κανόνων παιδιάς ("Laws of the game") από την Αγγλική Ομοσπονδία (F.A.) το έτος 1871.

Στην αρχή ο τερματοφύλακας είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα χέρια του σε όλο το γήπεδο, αργότερα μόνο στο δικό του μισό και από το 1892 κι ύστερα μόνο μέσα στα όρια της δικής του μεγάλης περιοχής. Μέχρι τότε όμως και εφ' όσον μπορούσε να κρατά και να μεταφέρει τη σφαίρα με τα χέρια του στο μισό γήπεδο, οι κανόνες έδιναν τη δυνατότητα στους αντίπαλους ποδοσφαιριστές να τον καταπλακώνουν στην προσπάθειά τους να του αποσπάσουν τη μπάλα, κατά τα συνήθη στον πρώτο ξάδελφο του ποδοσφαίρου, στο ράγκμπι. Αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που για τη θέση του τερματοφύλακα προκρίνονταν οι πιο σωματώδεις από τους ποδοσφαιριστές.

Κανείς όμως δεν υπήρξε ογκωδέστερος από τον William Henry Foulke, που έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο"Fatty", δηλαδή "χοντρούλης", καθώς στη διάρκεια της ποδοσφαιρικής του καριέρας έφτασε να ζυγίζει μέχρι και 170 κιλά για 193 εκατοστά ύψους.

Ο Foulke γεννήθηκε στα 1874 και μετά από ένα σύντομο πέρασμα από το κρίκετ όπου αγωνίστηκε με την ομάδα της περιοχής του Ντέρμπι, έγινε επαγγελματίας τερματοφύλακας και διακρίθηκε ιδιαίτερα με την Σέφιλντ, τον αρχαιότερο ποδοσφαιρικό σύλλογο του πλανήτη, την Τσέλσι, στην οποία μεταγράφηκε έναντι του ποσού των 50 στερλίνων, την Μπράντφορντ, στην οποία έκλεισε την καριέρα του και την Εθνική Αγγλίας.

Το παρουσιαστικό του ήταν τέτοιο που ενέπνεε το φόβο στους αντιπάλους.Λέγεται μάλιστα πως η Σέφιλντ για να τονίζει τις διαστάσεις του έβαζε μόνιμα πίσω από την εστία που αγωνιζόταν δυο μικρά παιδιά, με τον επίσημο τίτλο του ball boy, δηλαδή των παιδιών που τρέχουν για να μαζέψουν τις μπάλες, αλλά στη πραγματικότητα για να δείχνει ανάμεσά τους ο Foulke ακόμα ογκωδέστερος.

Για τον βίο και την πολιτεία του ακούγονται διάφορα ανέκδοτα. Ένα από αυτά και μάλιστα το πιο επιβεβαιωμένο, λέει πως μετά τον πρώτο τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας στα 1902, όπου η Σέφιλντ στην οποία αγωνιζόταν ο "Fatty" αντιμετώπισε την Σαουθάμπτον, βγήκε έξαλλος και γυμνός από τα αποδυτήρια και πήρε στο κυνήγι τον άτυχο διαιτητή της συνάντησης Tom Kirkham, διαμαρτυρόμενος για το οφσάιντ γκολ με το οποίο είχε ισοφαρίσει στα τελευταία λεπτά του αγώνα η Σαουθάμπτον. Ο διαιτητής για να σωθεί χρειάστηκε να κρυφτεί σε έναν φωριαμό του γηπέδου, την πόρτα του οποίου ο Foulke θα ξερίζωνε από τους μεντεσέδες αν δεν επενέβαιναν αρκετοί παράγοντες της ομνοσπονδίας για να εκτονώσουν την κατάσταση. Στον επαναλήπτικο τελικό η Σέφιλντ κατέκτησε το κύπελλο νικώντας με 2-1 μετά από εντυπωσιακή εμφάνιση μάλιστα του τερματοφύλακά τηςWilliam Henry"Fatty" Foulke.

Η μορφή του William Foulke ενέπνεσε ένα θεατρικό χαρακτήρα στα επιθεωρησιακά νούμερα του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα στην Αγγλία. Ήταν ο "Stiffy the Goalkeeper", δηλαδή ο "Στίφι ο Τερματοφύλακας", που δεν έκανε άλλο τίποτα απ' το να τρώει υπερβολικά, να πίνει ανεξέλεγκτα και να δέχεται γκολ με το τσουβάλι. Τον χαρακτήρα ερμήνευε ο καλός ηθοποιός Harry Weldon και υπήρξε πολύ δημοφιλής, αλλά είναι αλήθεια πως λίγη δικαιοσύνη απέδιδε στον αληθινό Foulke, οποίος υπήρξε ένας εξαίρετος τερματοφύλακας που στα χρόνια που έπαιξε κατέκτησε ένα πρωτάθλημα και δύο κύπελα Αγγλίας, ενώ υπήρξε δύο φορές δευτεραθλητής και άλλες δύο φιναλίστ του κυπέλλου.

Ο "Fatty" σταμάτησε το ποδόσφαιρο στα 1907 σε ηλικία 33 ετών και πέθανε μόλις εννιά χρόνια αργότερα την πρωτομαγιά του 1916. Ήταν 42 χρονών και οι εκδοχές για τον θάνατό του διίστανται. Η επίσημη είναι πως υπέκυψε λόγω κίρρωσης του ήπατος. Η ανεπίσημη λέει πως αιτία του θανάτου του υπήρξε μια πνευμονία από την οποία προσεβλήθη ενώ, όντας πάμπτωχος, εργαζόταν  σε ένα πλανόδιο τσίρκο παριστάνοντας τον τερματοφύλακα στο παιχνίδι  "beat the goalie", όπου οι θεατές προσπαθούν να πετύχουν γκολ σε έναν τερματοφύλακα. Είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση η ιστορία του δεν διαφέρει καθόλου από άλλους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές εκείνης της εποχής στην βιομηχανική Αγγλία, που ακολουθούσαν τη μοίρα της υπόλοιπης εργατικής τάξης, πεθαίνοντας από αλκοολισμό ή φτώχεια.

Εδώ μια σπάνια ταινία από τον τελικό του Κυπέλλου Αγγλίας στα 1901 ανάμεσα στην Σέφιλντ και την Τότεναμ. Ο Foulke βεβαίως ξεχωρίζει εύκολα από τη σωματοδομή του:


 

Τσιμέντο.

 
 του Νίκου Γ. Λεμονή

Είμαι παιδί της Μεταπολίτευσης. Θέλω να πω ότι τα παιδικά μου χρόνια είναι τα χρόνια του δεύτερου μισού της δεκαετίας του '70 και των αρχών εκείνης του '80. Ήδη από τότε στο κέντρο της Αθήνας που μεγάλωσα εγώ, αλλά και στις υπόλοιπες γειτονιές του λεκανοπεδίου, στην Αθήνα ή στον Πειραιά ή στα περίχωρα οι αλάνες ήταν σπάνιο είδος. Όχι ανύπαρκτο σίγουρα, αλλά πάντως αρκετά σπάνιο.
Το παιδικό μας ποδόσφαιρο λοιπόν περισσότερο από χωμάτινο ήταν τσιμεντένιο. Περισσότερο από ποδόσφαιρο αλάνας ήταν ποδόσφαιρο δρόμου κι αυτό γιατί μαζί με τις αλάνες έλειπε και κάτι άλλο: τα πολλά αυτοκίνητα. Στην εποχή μου αν έστηνες ένα "δίτερμα" σε έναν οποιονδήποτε κάπως ολιγοσύχναστο δρόμο της γειτονιάς, μπορούσες να υπολογίζεις βάσιμα πως δεν θα στο διέκοπτε η διέλευση κάποιου οχήματος πάνω από μία ή δύο φορές ανά ημίχρονο.

Όχι πως οι συνθήκες στο δρόμο ήταν ιδανικές, αλλά το ποδόσφαιρο είναι ένα από τα πιο ευπροσάρμοστα αθλητικά παιχνίδια που επινόησε ο ανθρώπινος νους. Παίζεται παντού, σε οποιαδήποτε επιφάνεια, στο χώμα ή στη χλόη, στην άσφαλτο ή στην άμμο, στη στεριά ή - με λίγη φαντασία και αρκετή τεχνική - ακόμα και στη θάλασσα (τουλάχιστον στα ρηχά).
Προφανώς δεν μιλάμε για ποδόσφαιρο με όλες τις τυπικότητες. Με γκολπόστ στις κανονικές διαστάσεις, αγωνιστικό χώρο οριοθετημένο επακριβώς, μπάλες σωστού μεγέθους, πίεσης και βάρους. Πολλές φορές δεν είχαμε τίποτα απ' όλα αυτά. Αλλά δεν τα χρειαζόμασταν κιόλας.

Ο αγωνιστικός χώρος ήταν μια έννοια εξαιρετικά ευπροσάρμοστη. Μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τα πάντα. Ένας δρόμος, μια αυλή, μισή πλατεία, ένα φαρδύ πεζοδρόμιο, κάποιο μεγάλο πλατύσκαλο εκκλησίας ή ένα παρτέρι με χλόη και οποιοσδήποτε άλλος ελεύθερος χώρος προσφερόταν κατά την παιδική φαντασία μας.
Βάσει του χώρου προσαρμόζονταν και οι κανόνες παιδιάς. Μπορούσαμε να παίζουμε διπλό ή μονότερμα, να μετράμε το νικητή με γκολ ή με άλλους τρόπους, όπως πόσες πάσες θα αλλάξουμε χωρίς να πέσει η μπάλα κάτω ή πόσες κεφαλιές θα κερδίσουμε. Μπορεί ακόμα το γήπεδό μας να ήταν ένας τοίχος ή μια μάντρα που κλωτσούσαμε τη μπάλα και οι αντίπαλοι όφειλαν να την επιστρέψουν πίσω σ' εμάς πάλι, αφού όμως πρώτα κι εκείνοι την έκαναν να χτυπήσει στον τοίχο. Κάτι σαν ποδοσφαιρικό σκουός δηλαδή.

Μπορεί ακόμα το γήπεδο σαν στοιχείο ορισμένο και σαφές να μην υπήρχε καν, όπως όταν συναγωνιζόμασταν για το ποιος θα καταφέρει να διανύσει περισσότερα μέτρα παίζοντας ταυτοχρόνως την μπάλα με γκελ στα πόδια του χωρίς φυσικά αυτή να του πέσει στο έδαφος. Σ' ένα τέτοιο παιχνίδι γήπεδο είναι εν δυνάμει όλη η Γη, το σύμπαν ολόκληρο.
Μπορεί το γήπεδο να ήταν μια κυκλική ή ημικυκλική ακτίνα γύρω από έναν στόχο, τον οποίο προσπαθούσαμε να πετύχουμε με κάποιο επιδέξιο σουτ. Στόχος άλλωστε ήταν τα πάντα. Ένα παγκάκι στην πλατεία, ένας κάδος σκουπιδιών, για τους πιο ατίθασους το μπουκάλι με το αναψυκτικό που κρατούσε ο συμμαθητής μας στο χέρι του ή ένας αμέριμνος περαστικός γάτος.

Ύστερα η μπάλα. Ήταν κι αυτή μια πολύ εύπλαστη έννοια. Έχω παίξει ποδόσφαιρο με άδεια πλαστικά μπουκάλια πορτοκαλάδας, με μερικές παλιές κάλτσες διπλωμένες μαζί, με μικρές πέτρες, με βιδωτά καπάκια μπουκαλιών ή τσιγκάκια, με μια σακούλα παραγεμισμένη με άλλες σακούλες, με ένα νεράντζι και άλλη φορά με μία πατάτα, με ένα μπαλόνι, με αλουμινένια κουτάκια μπύρας ή κόκα κόλας, με οποιαδήποτε πλαστική ή  χάρτινη συσκευασία βρισκόταν στη διάθεσή μας. Ναι, ορισμένες φορές έπαιξα και με μπάλα.
Τέλος το τέρμα. Έγραψε κάποτε ο Αλμπέρ Καμύ την πιο εμβληματική και έκτοτε χιλιοειπωμένη αποστροφή για το παιχνίδι: "όλα όσα γνωρίζω γύρω από την ηθική και το χρέος, τα έμαθα από το ποδόσφαιρο". Το ίδιο ακριβώς μπορώ να πω κι εγώ για το τέρμα των παιδικών μας αγώνων. Που περισσότερο από χειροπιαστή οντότητα ήταν μια αφηρημένη ιδέα. Τόσο ευγενής όμως ιδέα που τη σεβόσουν, ακόμα κι όταν αυτός ο σεβασμός μπορούσε να σε οδηγήσει στην ήττα.

Η οριοθέτηση των γκολπόστ στις πλείστες των περιπτώσεων, γινόταν κατά προσέγγιση και κυριολεκτικά επαφιόταν στην εντιμότητά μας. Δυο πέτρες ή οποιαδήποτε δύο άλλα σημάδια, όπως δυο μικρές στοίβες ρούχων ή δύο παγκάκια, δύο κάδοι σκουπιδιών ή απλώς δυο σταθμευμένα αυτοκίνητα στις άκρες του δρόμου, παρίσταναν τα κάθετα δοκάρια. Οριζόντιο δεν υπήρχε και ήταν στη διακριτική μας ευχέρεια να το φανταστούμε ψηλότερο ή χαμηλότερο, αναλόγως του ύψους και των αλτικών ικανοτήτων του εκάστοτε τερματοφύλακα. Συχνά ξεσπούσαν διαφωνίες για την επιτυχημένη ή όχι κατάληξη ενός σουτ, ειδικά όταν αυτό περνούσε πάνω από το τεντωμένο χέρι του τερματοφύλακα.

Έπρεπε να αξιολογήσουμε αν ο τελευταίος, με μια διαφορετική αντίδραση, μια καλύτερη τοποθέτηση και ένα καλύτερο άλμα θα μπορούσε να έχει αποκρούσει. Αν ναι κατακυρωνόταν το γκολ. Αν όχι θεωρούσαμε πως η μπάλα είχε βγει άουτ. Σε κάθε περίπτωση τίποτα δεν προπόνησε και δεν καλλιέργησε πιο πολύ το αίσθημα δικαίου που έχω σαν άνθρωπος απ’ όσο η ιδιομορφία των εστιών του παιδικού μας ποδοσφαίρου.

«Οι ασυμβίβαστοι: λαϊκοί κι αυθόρμητοι, άσωτοι κι αλάνια» - Μέρος πρώτο




του Δημ. Ναπ. Γιαννάτου

 

Ιδιαίτερη θέση στην ποδοσφαιρική μυθολογία της γειτονιάς μας, αποτελούσαν οι …αμφισβητίες. Ενίοτε πολιτικά εκκεντρικοί, αντισυμβατικοί και μοναχικοί! Λαϊκοί, αυθόρμητοι, συχνά …ασουλούπωτοι, άσωτοι κι αλάνια. Καπνίζανε, πίνανε, χαστούκιζαν, αλλά ήταν αυθεντικά ταλέντα και όχι προϊόντα μιας μηχανής. Με τους δικούς τους, «αναρχικούς» κανόνες, δημιουργούσαν μια ιδιότυπη αίγλη γύρω από το όνομά τους. Αποδεκτοί από «δεξιούς» κι από «αριστερούς», ήταν οι …παθιασμένοι αισθηματίες της στρογγυλής θεάς! Οι  απόλυτοι εκφραστές  του «επαναστατικού ρομαντισμού» του ποδοσφαίρου.

 

Συναισθηματικός φόρος τιμής η ανάμνησή τους. Άγγιγμα, στις αμέτρητες ώρες της παιδικής ποδοσφαιρικής ηλικίας μας. Στις ώρες που ξοδέψαμε στα σοκάκια και την πλατεία της γειτονιάς, κλωτσώντας το τόπι, βιώνοντας τον λαϊκό πολιτισμό μας και οραματιζόμενοι τη ζωή που θέλαμε ν’αλλάξουμε…

 

«Πειραιώτες κύριε, Πειραιώτες…»

Αν και αθεράπευτα ΑΕΚτζής, θ’αρχίσω με τον Γιώργο Δεληκάρη.  Παρόλο που ο  Μουράτης, είναι η αρχετυπική μορφή του Ολυμπιακού, εκφράζοντας την αναφορά του Πειραϊκού Σωματείου στα εργατικά και φτωχικά σοκάκια που τον γέννησαν, ο Δεληκάρης ήταν ο απόλυτος μονομάχος ενός προσωπικού, υπαρξιακού αγώνα. Αγώνα που συμβολικά θύμιζε και την ίδια την περιπέτεια της Ελλάδας και του λαού της, τη δεκαετία του ΄70.  Και «συναίνεση» στη χούντα και αντίσταση, «εκσυγχρονισμός» και αποθέωση του Τόμ Πάπας και των διυλιστηρίων, αλλά και προσπάθεια να κρατηθούν οι αυθεντικές αρχές της λαϊκής κουλτούρας. Γρήγορα αυτοκίνητα και μαζικός πολιτισμός αλλά και επιμονή να μην σβήσουν οι αξίες της φιλίας, της ταπεινής αλλά μπεσαλίδικης καταγωγής, της περηφάνιας, της συλλογικότητας. Νταραβέρια με την αεριτζίδικη και παρασιτική εφοπλιστική τάξη, αλλά και απαξίωσής της όταν ο αυταρχισμός και η αλαζονεία της, συνέθλιβε τον άνθρωπο.

Ο Δεληκάρης, αυθεντικός, λαϊκός και μυστηριώδης. Δαντελένιος στο γήπεδο και ατίθασος απέναντι στην κάθε εξουσία, που τον εμπόδιζε να βιώνει την πειραιώτικη αύρα του Ολυμπιακού, όπως την όριζε μοναδικά ο ίδιος. Δημοφιλής και τραγικός, λιμανίσια βεντέτα των περιοδικών της εποχής και θλιμμένος ιππότης της υπαρξιακής του δίνης.  Ο Έλληνας Τζόρτζ Μπέστ, στα λόγια της παρέας. Στις 19 0κτωβρίου 1981, στα 30 του χρόνια σταμάτησε το ποδόσφαιρο, στοιχείο κι αυτό μυθοποίησης και μυστηρίου, αφού ποτέ δεν μάθαμε πραγματικά αν αυτό έγινε για κάποιους κρυφούς ιατρικούς λόγους ή επειδή θέλησε να μείνει αγνός και καθαρός απέναντι στη σαπίλα των παραγόντων.  Άλλωστε δε μας ενδιέφερε και πολύ να το μάθουμε Ο Δεληκάρης ήταν ότι νοιώθαμε. "Είναι ένα μυστικό που θα κρατήσω για τον εαυτό μου. Ίσως δεν το αποκαλύψω ποτέ. Πληγώθηκα, υπέφερα, πονάω ακόμα για την απόφαση να εγκαταλείψω το ποδόσφαιρο", είχε δηλώσει στην τελευταία συνέντευξή του.

Το 1969, από τον Αργοναύτη, στον Ολυμπιακό της καρδιάς του, με 150 χιλιάρικα, αρνούμενος το 1.000.000 δρχ. του Εθνικού. Έγινε ένα με τον κόσμο και τη φανέλα και δήλωνε πάντα Πειραιώτης, ποτέ Αθηναίος. Κάποτε σ' έναν αγώνα στην επαρχία, ο πρόεδρος της τοπικής ομάδας, κολλημένος στα κάγκελα τού φώναξε: «Πούστηδες, Αθηναίοι, εδώ θα γίνει ο τάφος σας». ». Γύρισε ψύχραιμα προς το μέρος του και απάντησε: «Πειραιώτες κύριε, Πειραιώτες…».

Γρήγορα αμάξια, όμορφες γυναίκες και μια καριέρα που «κόπηκε» απότομα, αφού όμως είχε ήδη δώσει πολλά τόσο στον ίδιο, στο ποδόσφαιρο και τους συμπαίκτες του. Ο Δεληκάρης πρωτοστατεί στην εξέγερση των ποδοσφαιριστών του Ολυμπιακού που ζητούν να  τις καθυστερούμενες πληρωμές τους. Σαν πραγματικός ηγέτης, υπογράφει πρωτόκολλο στο οποίο τονίζεται, ότι οι ποδοσφαιριστές δε θα κατέβουν στον επόμενο αγώνα της ομάδας, εάν δεν πληρωθούν. Η προσβολή στην εξουσία της διοίκησης που δεν συγχωρούσε ο ποδοσφαιριστής να έχει προσωπικότητα. Ευαίσθητος και περήφανος, υπέμενε την άγρια παρεμβατικότητα στο ποδόσφαιρο από το δικτατορικό καθεστώς. Ένας από τους «διορισμένους» από την χούντα προπονητές του Ολυμπιακού ήταν ο Λάκης Πετρόπουλος που την περίοδο 1970-1971 τον είχε θέσει εκτός ομάδας παρότι την ίδια περίοδο, ο Δεληκάρης κένταγε  με την Εθνική ομάδα. Χρόνια όμως μετά, θα βρίσκεται στην κηδεία του Πετρόπουλου, δείχνοντας αυτή τη ατόφια λαϊκή συνείδηση που ξέρει να συγχωρεί. Κάθισε στη σκιά, δάκρυσε. Δε μίλησε σχεδόν σε κανέναν. Οι κάμερες και τα μικρόφωνα δεν τον πρόλαβαν.

 

Ήταν ο ασυμβίβαστος χαρακτήρας του, οι αρνήσεις και οι κόντρες στους  «ισχυρούς» της εποχής – που τον είχαν ανάγκη για να στήνουν τις «λαοφιλείς» εξουσίες τους - προσωπικά και αγωνιστικά, που τον οδήγησαν να σταματήσει το ποδόσφαιρο στην πιο ώριμη ηλικία για ποδοσφαιριστή ; Για μας τους οπαδούς της μικρής γειτονιάς ήταν μια αξία που αδικήθηκε, που έδωσε πολλά, χωρίς την αντίστοιχη αναγνώριση. Όμως ο Δεληκάρης, δεν νοιάζονταν για τα λεφτά αλλά για τη αλαζονεία αυτών που κονομούσαν από τις  αγωνιστικές του αρετές. Ο ίδιος είχε πει: «Δεν απαίτησα χρήματα. Δεν έχω πάρει πριμ ποτέ. Οι λόγοι της απουσίας μου δεν είναι οικονομικοί. Είμαι ευαίσθητος και με επηρέασε η ψυχρή στάση της διοίκησης Σίγουρα πάντως προτίμησε να κρατήσει την αξιοπρέπειά του, παρά να κάνει συμβιβασμούς. Όπως συμβιβασμούς δεν έκανε και με την ψυχή του, όταν διωγμένος από τον Ολυμπιακό, μεταγράφηκε στον …μισητό αντίπαλο Παναθηναϊκό. Λέγεται, μάλιστα, ότι στο πρώτο παιχνίδι, που βρέθηκε αντίπαλος με τους «ερυθρόλευκους», ζήτησε να μην παίξει. Κάθισε στον πάγκο, και όταν του ζητήθηκε να μπει στο δεύτερο ημίχρονο αρνήθηκε. «Θα σε τελειώσω», του είπε ο προπονητής. Η απάντηση του Δεληκάρη ήταν χαρακτηριστική και … λιτή :       «Στ’ αρχ…α  μου», είπε και  κατευθύνθηκε προς την έξοδο του γηπέδου. Άλλωστε η μεταγραφή του στον Παναθηναϊκό, έμοιαζε σαν αντίδραση σε κείνους που ένιωθε πως  του φέρθηκαν σαν σκουπίδι στον Ολυμπιακό ενώ εκείνος πρόσφερε την ψυχή του. Κάποιοι δεν τον ήθελαν με τίποτα στο λιμάνι και ακούστηκε ότι κάποτε είχαν πάει την «Άμεση Δράση» στου Ρέντη για να μην του επιτραπεί να προπονηθεί με την ομάδα. Επέλεξε τον αιώνιο αντίπαλο για να μπει στο μάτι εκείνων που νόμιζαν ότι εξαιτίας της αγάπης του θα τον είχαν εξαρτημένο για πάντα. Έμοιαζε με την ερωτική απιστία κάποιου που πρώτος απατήθηκε, πόνεσε και ήθελε να πληγώσει με το ίδιο νόμισμα, μένοντας πάντα όμως, βαθιά ερωτευμένος με τον πρώτο του δεσμό. Ήταν η αντίστασή του στην αδικία που έβλεπε να πνίγει την ομάδα από τα αποδυτήρια μέχρι τη διοίκηση. Παντού, ψίθυροι, μυστικοπάθεια και μισόλογα. 

 

Από τότε ο μύθος θέριεψε, ο Δεληκάρης χάθηκε. Για δεκαετίες δε γνωρίζαμε τίποτα γι’αυτόν. Μόνο φήμες και υποθέσεις. Από τότε εμφανίζεται από ελάχιστα έως καθόλου διατηρώντας αυτό το συνεσταλμένο ύφος, ενός «καταραμένου ειδώλου». 

Πάντα αναρωτιόμασταν: «Που να βρίσκεται ο Δεληκάρης. Τι να κάνει;» Κατά καιρούς μαθαίναμε ότι ασχολήθηκε με διάφορες επιχειρηματικές δραστηριότητες και δουλειές όχι πάντα πετυχημένες. Αιωρούμενος, ανάμεσα στην επιχειρηματική επιτυχία και στην χρεοκοπία και το κυνήγι του μεροκάματου. (παπούτσια, κόσμημα, εμφιαλωμένα νερά στην Αλβανία με τον φίλο του και μακαρίτη πια, Λάκη Γκλέζο,  ψαροταβέρνα στον Άγιο Νείλο, αυτοκίνητα, απλός εργαζόμενος σε σνακ μπαρ στον Πειραιά, χρηματιστηριακή εταιρεία, κ.α ).

 Μόλις το 2005 εμφανίστηκε στην μπουτίκ του Ολυμπιακού για να υπογράψει κάποια αυτόγραφα, δηλώνοντας μετανοιωμένος που έφυγε το 1978 από τους Πειραιώτες.

 

Να ναι καλά ο Γιώργος Δεληκάρης, όπου κι αν βρίσκεται, ότι κι αν κάνει. Μαζί με τους υπόλοιπους «θεούς της Κυριακής» που χόρευαν στο χορτάρι και μας έκαναν μύστες ενός απαράμιλλου θεατρικού είδους, γεμάτο από μπάλα και ζωή.

 

Συνεχίζεται…

Στο επόμενο : «Χρήστος Αρδίζογλου: ο απόλυτος σουρεαλιστής του ποδοσφαίρου»